Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Αυστηρός Κριτής

Παρατηρώντας μια μέρα στο σούπερ μάρκετ τη βιτρίνα του κρεοπωλείου, είδα ένα ωραίο κομμάτι βοδινού. Πλησίασα από περιέργεια και είδα την ταμπέλα που έλεγε Black Angus Αμερικής. Το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν rib eye και παρόλη την ακριβή τιμή (27ευρώ το κιλό) το ζήλεψα και αποφάσισα να κάνω στον εαυτό μου ένα δωράκι. Και από τη στιγμή που η σύζυγος δεν είναι fan του είδους, αρκούσε μόνο μία μπριζόλα. Ο ευγενικός χασάπης μου την έκοψε ακριβώς όσο χοντρή την ήθελα, περίπου 2 πόντους, οπότε ζύγιζε περίπου 600 γραμμάρια.




Αφαίρεσα το κόκαλο για να ψηθεί πιο ομοιόμορφα, την αλάτισα και την έριξα στο εξαιρετικά καυτό και με ελάχιστο λάδι μαντεμένιο τηγάνι. Γύρισμα κάθε 30 δευτερόλεπτα για να κάνει καλή κρούστα εξωτερικά χωρίς να στεγνώσει, και μόλις η εσωτερική θερμοκρασία έφτασε τους 55 - 57 βαθμούς που σημαίνει περίπου medium, την έβγαλα από την φωτιά και την άφησα λίγο να ρουφήξει τους χυμούς της. Εν τω μεταξύ είχα βάλει σε κατσαρολάκι λίγο κόκκινο κρασί και το έβρασα να μείνει περίπου το ένα πέμπτο, οπότε και πρόσθεσα σκούρο ζωμό κότας, καρύκευσα και το συμπύκνωσα σε μια έντονη και πεντανόστιμη σάλτσα. 
Έκοψα την μπριζόλα σε φέτες, την έλουσα με τη σάλτσα και όλως παραδόξως η κόρη μου την έβαλε στο μάτι και μου ζητούσε επίμονα να δοκιμάσει. Από περιέργεια περισσότερο, της έδωσα ένα κομματάκι, περιμένοντας ότι θα το φτύσει όταν γίνει τσίχλα. Αμ δε... Αμέσως γούρλωσε τα μάτια και επέστρεψε ζητώντας και άλλο. Και άλλο. Ίσως είναι η πρώτη φορά που ζητούσε μόνη της τη μπουκιά της, που έφαγε μόνη της μέχρι να χορτάσει και όχι τάισμα με παιχνίδια και παραμύθια.


Κάποια στιγμή την σταμάτησα για να προλάβω να φωτογραφήσω τα τρία εναπομείναντα κομμάτια, δυστυχώς με την γνωστή άθλια compact μηχανή πάλι, και συνεχίσαμε μέχρι που γλείψαμε και το πιάτο. Σα να μη συμβαίνει τίποτα, έφυγε από το τραπέζι και πήγε να παίξει, αδιαφορώντας για όλα τα υπόλοιπα φαγητά που υπήρχαν και τις προσπάθειες της μαμάς της να της δώσει κάτι.
Ήταν μια μπριζόλα όνειρο. Ζουμερή, τρυφερή, με αρκετά έντονο το marbling, τη διάχυση δηλαδή του λίπους στις ίνες, καλά σιτεμένη, τέλεια κομμένη από τον χασάπη, με ακρίβεια ψημένη, νόστιμη. Άξιζε όμως τα λεφτά της; Η διαφορά της από ελληνικά ή γαλλικά μοσχάρια που συνήθως βρίσκουμε στην αγορά ήταν μεγάλη. Ενίοτε όμως βρίσκω και ελληνικά καλά κρέατα από μερακλήδες παραγωγούς που δεν τα χρεώουν τόσο ακριβά. Ίσως είναι προτιμότερη λοιπόν η αναζήτηση καλής εγχώριας πηγής. 
Από την άλλη όμως, ο αυστηρός κριτής, που μέχρι σήμερα έδειχνε να απολαμβάνει μόνο το γάλα της μαμάς της και... το παγωτό, τρώγοντας τα φαγητά με χαρακτηριστικό μπλαζέ υφάκι και μόνο για δυο τρεις μπουκιές, ξετρελάθηκε. Γι αυτό και μόνο, ίσως άμα την ξαναβρώ να την αγοράσω πάλι, αυτή τη φορά δύο όμως γιατί δε μου αρέσει και πολύ να τη μοιράζομαι..




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα μηνύματα είναι ελεύθερα, αφού πρώτα λογοκριθούν...