Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Ψωμί του τοστ

Μία από τις σημαντικότερες ανακλύψεις της ανθρωπότητας (καλά, μετά τη nutella, το στρώμα θαλάσσης και τη μπύρα Septem) είναι σίγουρα το τοστ. Για όλες τις ώρες, για όλα τα γούστα. Σε άπειρους συνδυασμούς. Και ενώ μου αρέσουν τα πολύ πλούσια και υπερβολικά, ποιος μπορεί να πει όχι ακόμα και σε ένα απλό τοστ όπως αυτό.






Λόγω ευκολίας και σαφούς προτίμησης έναντι οποιοδήποτε άλλου πρωινού από μικρές και δύσκολες κορασίδες, σχεδόν πάντα έχουμε στο ψυγείο μας ένα πακέτο ψωμί του τοστ, γεγονός που δεν εγκρίνω απόλυτα. Τα έτοιμα ψωμιά του τοστ είναι φουλ στα συντηρητικά, γεμάτα ζάχαρη, τίγκα στο αλάτι. Πολύ καιρό τώρα σκεφτόμουν πώς να τα αντικαταστήσω, τι να φτιάξω στην κουζίνα μου με αγνά και ελεγχόμενα υλικά. Η λύση ήρθε απροσδόκητα από πολύ γνωστή εταιρεία που φτιάχνει... ψωμί του τοστ. Βγάζει λοιπόν πριν λίγο καιρό καινούριο ψωμί, καινούρια συνταγή που την ονομάζει brioche. Το δοκιμάσαμε, μας άρεσε  πολύ, η σύζυγος δήλωσε ότι είναι το καλύτερο του κόσμου, οπότε έγινε η αυτονόητη σκέψη. Θα φτιάξω γνήσιο γαλλικό brioche, σε φόρμα όμως για κόβεται σε όμορφες φέτες για τοστ.






Οι εκδοχές που βρήκα πάρα πολλές, εμπιστεύομαι όμως με κλειστά μάτια τον M. Roux τον πρεσβύτερο. Γάλλος παλιάς σχολής, σίγουρα θα ξέρει κάτι παραπάνω για τις παραδοσιακές γαλλικές συνταγές. Βέβαια, δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι το brioche είναι γαλλικής προέλευσης. Μπλέκει λίγο την έρευνα των ιστορικών της μαγειρικής η γνωστή παροιμία των προγόνων μας, "brioche πεσούσης..." και κάτι για άντρες και ξύλα που κάτι κάνουν αλλά δεν καταλαβαίνω. Τέλος πάντων, θα ακολουθήσω τη γαλλική βερσιόν, εύκολη, απλή, και εξόχως χρονοβόρα. Ένα εικοσιτετράωρο χαλαρά. Η συμμετοχή όμως του μάγειρα είναι μικρή και με το μίξερ όλα γίνονται πολύ εύκολα.

Υλικά για μια μεγάλη φόρμα του κέικ, αφού δεν έχω φόρμα για ψωμί του τοστ:
  500γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  350γρ βούτυρο αγελάδας, σε θερμοκρασία δωματίου
  6 αυγά
  70ml γάλα
  15γρ φρέσκια μαγιά
  15γρ αλάτι
  30γρ ζάχαρη 
  για το ψήσιμο αυγόγαλα (ένα αυγό με μια κουταλιά γάλα χτυπημένα)

Με τόσο απλά υλικά είναι αυτονόητο ότι πρέπει να είναι πολύ καλής ποιότητας, αλλάζει εντυπωσιακά το τελικό αποτέλεσμα. Τα αυγά καλό είναι να είναι χωριάτικα ή έστω ελευθέρας βοσκής και το βούτυρο εννοείται φρέσκο, αρωματικό και ποιοτικό. Το έφτιαξα με διάφορα βούτυρα και κάθε φορά το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό, με αποκορύφωμα (αν και όχι καλύτερο) όταν χρησιμοποίησα βούτυρο από τοπικό παραγωγό, πολύ έντονο και νόστιμο, με μια τυρένια υπόσταση, που μετέτρεψε το brioche σχεδόν σε τυρόψωμο. 






Ζεσταίνω ελάχιστα το γάλα, σίγουρα όχι πάνω από τους 40 βαθμούς, και διαλύω σ' αυτό τη μαγιά. Ρίχνω στον κάδο του μίξερ το αλεύρι, το αλάτι και τα αυγά και προσθέτω το μείγμα της μαγιάς. Ανακατεύω σε χαμηλή ταχύτητα μέχρι να ομογενοποιηθούν τα υλικά και, αυξάνοντας λίγο ταχύτητα στο μίξερ, τα αφήνω περίπου δέκα λεπτά να ζυμωθούν. 
Το βούτυρο το έχω κόψει από πριν σε μικρά κυβάκια και το αφήνω εκτός ψυγείου να μαλακώσει. Το πασπαλίζω με τη ζάχαρη και το ρίχνω ένα ένα στη ζύμη χωρίς να σταματήσω το μίξερ. Όταν ενσωματωθεί όλο το βούτυρο ξαναζυμώνω για άλλα πέντε λεπτά. Πλέον η ζύμη είναι πολύ μαλακιά, γυαλιστερή, κολλάει αρκετά στα χέρια αλλά δεν πειράζει, δεν την πιάνουμε. Τη σκεπάζω με πετσέτα και την αφήνω να φουσκώσει για δύο με τρεις ώρες, μέχρι να διπλασιαστεί σε όγκο. 
Μόλις είναι έτοιμη την ξεφουσκώνω, τη ζυμώνω πολύ ελαφριά με το χέρι, τη σκεπάζω με διαφανή μεμβράνη και τη βάζω στο ψυγείο για πολλές ώρες, δεκάξι με είκοσι. 






Αλευρώνω τον πάγκο και τα χέρια μου, πλάθω τη ζύμη και την τοποθετώ στη φόρμα που την έχω βουτυρώσει και αλευρώσει. Στην αρχή έφτιαχνα πλεξούδες αλλά παρατήρησα ότι, με εξαίρεση την πάνω επιφάνεια, όλη η ζύμη ήταν ενιαία, δεν φαινόταν τίποτα που να διαχωρίζει μετά το ψήσιμο τις πλεξούδες. Έτσι και στο συγκεκριμένο δοκίμασα την υπερβολή. Μακριές πλεξούδες τυχαία πλεγμένες όπως να 'ναι, και πράγματι, πάλι μόνο στην επιφάνεια φαίνεται κάτι, οπότε μην ασχολείστε με πλέξιμο, βάλτε απλά τη ζύμη ομοιόμορφα στη φόρμα. Αλείφω με αυγόγαλα προσέχοντας να μην ακουμπήσει στη φόρμα και καεί και γίνει άσχημο και αφήνω να φουσκώσει για δύο ώρες περίπου.






Ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς στον αέρα για δεκαπέντε λεπτά, χαμηλώνω στους 160 και ψήνω για άλλη μισή ώρα.






Περιμένω πέντε λεπτά να σφίξει λίγο, το βγάζω από τη φόρμα και το αφήνω σε σχάρα να κρυώσει εντελώς πριν το κόψω.






Έτοιμο. Όνειρο. Απίστευτα αφράτο, αέρινο, μοσχοβολάει όλο το σπίτι. Βέβαια σε κανονική φόρμα θα είναι ακόμα πιο όμορφο, τώρα στενεύει λίγο στη βάση του σαν κέικ αλλά αυτό δεν πειράζει κανέναν. Είναι ώρα να συναρμολογήσουμε κανένα τοστάκι για τη λιγούρα.






Ενώ έχω αδυναμία στα τοστ που ψήνονται στο τηγάνι και μετά στο φούρνο, γι' αυτό χρησιμοποίησα τη φρυγανιέρα για το brioche, το τηγάνι για το μπέικον και το γκριλ για τη μορταδέλα με το κασέρι. Υπερπαραγωγή...






Ακόμα όμως και στην κλασσική τοστιέρα με τα τριγωνάκια που χρησιμοποιούν τα κορίτσια γίνεται τέλειο, ψήνεται πολύ όμορφα.






Και το επιδόρπιο (ακόμα και του πρωινού...) εύκολο. Είτε ψημένο είτε έτσι όπως είναι το brioche, μαρμελάδα και nutella μισή μισή τη φέτα ή το κλασσικό peanut butter and jelly sandwich.






Φυσικά το brioche δεν είναι τυχαία μια από τις πιο αγαπητές γαλλικές ζύμες. Μια από τις πιο κλασσικές χρήσεις του είναι στα καναπεδάκια. Απλά βάζουμε τη ζύμη να ψηθεί στην φόρμα για μπόμπες και έτοιμο. Και ενώ δεν έχω, άρα να σταματήσουν να λένε κάποιοι ότι έχω άπειρα σκεύη..., το ψήνω (τη μισή ποσότητα) σε κατσαρολάκι ντυμένο με λαδόκολλα για να κερδίσει λίγο ύψος.





Έτσι ένα Κυριακάτικο πρωινό έφτιαξα μια μικρή ποικιλία για να πιω τη γκράπα μου από μοσχάτο.






Δε χρειάζονται υπερβολές, απλές και καθαρές γεύσεις. Στικς καρότου με κρέμα βαλσαμικού, μυτζήθρα με μια πίκλα και λίγο λάδι, ξύγαλο Σητείας με κάπαρη, ντοματίνι, ρίγανη και λάδι, ψητό μπέικον με ρόκα, παρμεζάνα και λίγο βαλσαμικό, το αγαπημένο μου πολύ έντονο κατσικίσιο τυρί Μετσόβου με μαρμελάδα σύκο και για επιδόρπιο φυστικοβούτυρο με μαρμελάδα. Εννοείται πως οι συνδυασμοί μπορεί να είναι άπειροι, το brioche ταιριάζει τέλεια και με αλμυρές και με γλυκές παρασκευές.





Τελικά κέρδισα το αγαπημένο εμπορικό ψωμί του τοστ; Σίγουρα. Είναι τόσο καλό, τόσο νόστιμο, τόσο προσαρμόσιμο, τόσο ευέλικτο, κατά πολύ ανώτερο και πιο υγιεινό. Έχει μόνο ένα μειονέκτημα, δεν αντέχει τόσο πολύ όσο το αγοραστό στο ψυγείο. Μικρό το κακό όμως, είναι τόσο τέλειο που τελειώνει πολύ πριν ξεραθεί. Μάλλον αυτό είναι τελικά το μειονέκτημά του, τελειώνει αμέσως...

Υ.Γ.: Τις προηγούμενες μέρες είμασταν οικογενειακώς στους παππούδες στην Αθήνα. Πάντα η Αθήνα είναι τέλεια όταν πας για διακοπές και όχι για δουλειά, ειδικά όταν ο καιρός έχει τρελαθεί και είναι ανοιξιάτικος στο καταχείμωνο, ό,τι πρέπει για ατελείωτες βόλτες. 






Εθνικός κήπος, Πλάκα, Μοναστηράκι, Ευριπίδου, ψώνια στα μπαχαράδικα, στα αλλαντοποιεία και στα κουζινικά και στάση στο Δίπορτο για ψαράκια και ρεβύθια.



  


Από κει Ακαδημίας στον Σταμάτη για πεϊνιρλί με σουτζούκι και για επιδόρπιο πεϊνιρλί με μερέντα και φράουλες, με επόμενη στάση στη Σόλωνος για σοκολάτα και σοκολατάκια στο Dark Side of Chocolate.






Εκεί κάποιος τη δοκίμασε για πρώτη φορά και ξετρελλάθηκε, δεν έλεγε να σταματήσει να τεντώνεται να τη φτάσει, χτυπιόταν ολόκληρη από το θετικό σοκ. 
Άλλη σταθερή αξία της Αθήνα ο ψαράς της γειτονιάς μας, ο καλύτερος ψαράς του κόσμου, ο Στρατής Μπουρνούς στο Ζωγράφου. Δυο φορές τον επισκέφτηκα και ήταν και τις δυο φορές απλά τέλειο ό,τι κι αν μου έδωσε, χωρίς να εκφέρω σχεδόν γνώμη, τον άφησα να αυτοσχεδιάσει.
Μήπως να δω τελικά την Αθήνα με άλλο μάτι, πιο θετικό, τώρα που θα πάμε μόνιμα, μάλλον μετά το καλοκαίρι; Τι να πω, μέχρι τώρα την προτιμώ για τις διακοπές μου, δε μου αρέσει το μόνιμο. Ίδωμεν..

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ήρθε η Άνοιξη;

Η παντελής έλλειψη πετυχημένων αποτελεσμάτων τον τελευταίο καιρό έχει καταντήσει λίγο εκνευριστική. Τίποτα δε μου κάθεται, όλα πάνε στραβά. Για δεύτερη σερί φορά λοιπόν το πιθανό υστερόγραφο παίρνει θέση κύριας ανάρτησης. Κανένα κακό από τη μία, τίποτα καινούριο σε συνταγή από την άλλη. Ειδικά με το σημερινό "υστερόγραφο" που δεν έχει καμία σχέση με το φαγητό.
Χτες λοιπόν, στη βόλτα μας στο βουνό, που από κάτω φαινόταν πολύ όμορφο και κατάφωτο, ενώ μόλις φτάσαμε επάνω ένα σύννεφο μας σκέπασε εντελώς, είδαμε τα πρώτα σημάδια της άνοιξης.






Εκεί, σε υψόμετρο 950 μέτρων, όταν σε σκεπάζει το σύννεφο νομίζεις ότι μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο, λίγο μαύρο, spooky, ίσως και λίγο τρομακτικό. Όμως όχι, τα πρώτα μπουμπούκια άρχισαν να ξεπροβάλλουν από το έδαφος, η άνοιξη πλησιάζει, έρχεται. Δεν ξέρω πώς λέγονται, τι είναι, πώς θα γίνουν όταν μεγαλώσουν, πάντως τώρα ήταν πολύ όμορφα, κατακίτρινα και πάρα πολύ μικρά. Πόσο μικρά; Φαίνεται λίγο σ' αυτήν τη φωτογραφία.






Για να δούμε, τελείωσε πραγματικά ο χειμώνας ή μας την έχει στημένη στη γωνία; Δε βαριέσαι, ό,τι και να γίνει, αυτά τα λουλουδάκια μας έφτιαξαν λίγο τη διάθεση.

Υ.Γ.: Αυτό το κόκκινο παλτουδάκι έχει μονοπωλήσει τις φωτογραφίες αυτού του χειμώνα. Εκτός από εκπληκτική φωτογένεια με παραπομπές στην κοκκινοσκουφίτσα, είναι τόσο ωραίο το άτιμο...

Κι άλλο Υ.Γ.: Ελπίζω πολύ σύντομα το blog να ξαναποκτήσει σαν κύριο θέμα το φαγητό... 

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Υστερόγραφο εξ Ολλανδίας

Είναι πολλές μέρες τώρα που δεν έχω καταφέρει να γράψω απολύτως τίποτα. Όλα τα πρότζεκτ έχουν κάπου πάει στραβά, είτε φωτογραφικά είτε μαγειρικά, με αποτέλεσμα να νιώθω εγκλωβισμένος σε βαθύ τέλμα. Από την άλλη έχω έτοιμο εδώ και μια βδομάδα το υστερόγραφο της όποιας ανάρτησης βρει τελικά το δρόμο προς δημοσίευση, χρόνος αρκετός να εξαντλήσει την υπομονή μου. Με πολύ ενθουσιασμό λοιπόν και χωρίς άλλη καθυστέρηση, παρακάμπτω την κύρια ανάρταση για όποτε θελήσει και προχωρώ κατευθείαν στο υστερόγραφο. Ανωμαλία; Why not?






Περνάνε οι γιορτές λοιπόν και φίλος καρδιακός με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει ότι, άρτι αφιχθείς εξ Ολλανδίας που πήγε διακοπές την πρωτοχρονιά, φέρει μαζί του πακετάκι μικρό και διόλου ευκαταφρόνητο που ψάχνει τρόπο να φτάσει στο Λιτόχωρο. Η επιχείρηση στήνεται και το σημείο συνάντησης ορίζεται στη Θεσσαλονίκη. Και τι χαρά, ω ναι, το πακετάκι είναι φαγώσιμο και μάλιστα από τα αγαπημένα μου, δηλαδή τυρί.







Ο μεταφραστής του google μου διάβασε την ετικέτα, που λέει παλιό τυρί αγροκτήματος και από κάτω, μέσα σε εισαγωγικά και με τρία θαυμαστικά, έξι ετών. Έξι χρόνια ωρίμανσης; Είναι δυνατόν; Γίνεται; Αν μου το λέγανε θα δυσκολευόμουν να το πιστέψω αλλά το έχω μπροστά μου, το κρατάω. 
Μέχρι τώρα το πιο παλιό τυρί που έχω φάει ήταν τριετούς και βάλε παλαίωσης, μια γραβιέρα από την Άνδρο, που ήταν αρκετά σκληρή και αλμυρή, ενώ έχω δει φωτογραφίες από μια γραβιέρα από τη Σκύρο, πενταετούς παλαίωσης που φαίνεται πάρα πολύ σκληρή και αφυδατωμένη, κατάλληλη μόνο για τρίψιμο. Από τα ξενόφερτα, μερικές φορές που με πιάνει το κατιτίς, παίρνω ένα μικρό κομμάτι Parmigiano Reggiano 30 μηνών, που είναι πραγματικά καταπληκτικό.
Όμως όχι, όλα αυτά είναι απλά νήπια, τούτο δω πάει κανονικά σχολείο. Αρκετά μαλακό, πάντα με βάση την ηλικία, που περιμένεις να είναι σχεδόν πέτρα, αρκετά γαλατένιο, δείγμα ότι ακόμα βρίσκεται στην ακμή του, όχι πολύ αλμυρό, το αντίθετο μάλιστα, ολίγον ξηροκαρπάτο, μέτρια πικάντικο και, εν τέλει, πολύ πολύ νόστιμο.







Highlight του τυριού τα άσπρα στίγματα που θυμίζουν παρμεζάνα, που εδώ είναι πολύ πιο μεγάλα, τεράστια, όπως φαίνεται στη φωτό με τη συσκευασία στην κάτω εσωτερική γωνία του χαρτιού, γεμάτα umami, θύλακες κανονικοί με κρυστάλλους αλατιού και λίπους, που μόλις τους συναντάς και τους δαγκώσεις αποκαλύπτεται μια θεϊκή υγρασία, σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς διατηρείται για τόσα χρόνια εκεί μέσα και δεν έχει στεγνώσει. Μου μπήκαν μέχρι και ιδέες ότι κάτι άλλο παίζει, ότι τα βουτάνε σε άλμη πριν τα συσκευάσουν, ότι, ότι... Ό,τι κι αν κάνουν, αν κάνουν, καλά κάνουν και το κάνουν πάντως.
Ήταν το καλύτερο τυρί που έχω φάει; Σίγουρα όχι, εξακολουθώ να θεωρώ καλύτερο όλων ένα απαστερίωτο ορεινό gruyere, με κοντινούς ακόλουθους κάποιες ώριμες κρητικές γραβιέρες, την τριαντάμηνη παρμεζάνα και μερικά τυχαία ευρήματα σε μερακλήδικες φάρμες. Κι αυτός όμως ο Ολλανδικός δυναμίτης από τη Gouda ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα.
Θεοδόση ευχαριστώ πολύ, πάντα τέτοια.

Υ.Γ.: (καλά, υστερόγραφο σε ανάρτηση με τίτλο υστερόγραφο; Τς τς τς...) Εδώ και πολύ καιρό έχω βάλει στο μάτι ένα big green egg, προκειμένου να το χρησιμοποιήσω σαν ξυλόφουρνο, ψησταριά αλλά και καπνιστήριο. Δυστυχώς αντιπρόσωπος Ελλάδας δεν υπάρχει και ο υπεύθυνος για τις ευρωπαϊκές πωλήσεις βρίσκεται στην Ολλανδία. Όμως, όσα mail και να του έστειλα αρνείται πεισματικά να μου απαντήσει και έτσι εγκατέλειψα απογοητευμένος την προσπάθεια. Έχει κανείς τέτοιο πράμα; Αν ναι, ας μας δώσει τα φώτα του...

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Το πιο υγιεινό επιδόρπιο

Τι ωραίο πράμα τα κόλλυβα. Έχεις ξυπνήσει από τα χαράματα, εννοείται χωρίς πρωινό, πας στην εκκλησία και ναι, τι τύχη, έχει μνημόσυνο. Μπορεί να αργήσει πέντε λεπτά να τελειώσει αλλά το γεμάτο κουπάκι στην έξοδο γεμάτο κόλλυβα μαζί με το τσουρεκάκι είναι ό,τι πρέπει εκείνη την ώρα, το απόλυτο hit του κυριακάτικου πρωινού. Και κάπου εδώ αρχίζουν οι απορίες και τα οξύμωρα. Πώς είναι δυνατό να λέμε "τι τύχη, ευτυχώς έχει μνημόσυνο", χωρίς να υπολογίζουμε ότι κάποιος πρέπει να έχει πεθάνει; Γιατί να μη μπορούμε να απολαύσουμε αυτό το, τόσο αγαπητό από όλους, έδεσμα όποτε μας μυρίσει, όπως γίνεται εξάλλου με όλα τα γλυκά; Πώς γίνεται η θρησκευτική προέκταση των κολλύβων να είναι τόσο ισχυρή που αν τα προσφέρεις σε καμιά γιαγιά, άσχετα αν της αρέσουν πολύ, αυτή να αρχίσει να σταυροκοπιέται για κανα δίλεπτο; Τι πρέπει να κάνουμε προκειμένου να φάμε λίγα κόλλυβα εμείς, που τα πρωινά της Κυριακής, όσο κι αν ζμπρώχνουμε (φοβερή λέξη, έτσι γράφεται κι ας ωρύονται οι φιλόλογοι...) την κουβέρτα, αυτή είναι τουλάχιστον δυόμισι τόνους βαριά και αρνείται να απομακρυνθεί; Εύκολο, να τα φτιάξουμε.






Το έχει δοκιμάσει παλιότερα ο Σκαρμούτσος, τότε που δούλευε στο Αλάτσι, πίσω από το Hilton, όπου τα είχε σταθερά στον κατάλογο, μάλιστα χωρίς να προσπαθεί να τα εξωραΐσει, να τα ονομάσει σιτάρι βρασμένο ή όπως αλλιώς θα ακουγόταν λιγότερο spooky, τα έγραφε νέτα σκέτα κόλλυβα. Σύμφωνα με δηλώσεις του, στην αρχή τα έπαιρναν μόνο οι ξένοι που γι' αυτούς δε σημαίνουν τίποτα. Σιγά σιγά όμως ο κόσμος του μαγαζιού εξοικειώθηκε με την ιδέα και άρχισε να τα παραγγέλνει. Γιατί όχι λοιπόν και στο σπίτι μας, αφού είναι σαφώς φτηνότερα, εύκολα να γίνουν και, το κυριότερο, δεν χρειάζεται να πας μέχρι την Αθήνα.
Για οικιακή χρήση μπορούμε να κάνουμε τρεις σημαντικές αλλαγές κατά την παρασκευή τους. Πρώτη και αυτονόητη, δεν απαιτείται στολισμός με ασημένια κουφέτα, αρχικά ονόματος, σκέπασμα εξ ολοκλήρου με άχνη και τα σχετικά. Δεύτερη η προσθήκη ροδιού και μαϊντανού.






Συμβαίνει λοιπόν το εξής περίεργο. Εϊναι στην παράδοσή μας τα κόλλυβα να έχουν ρόδι και μαϊντανό ή, πιο σπάνια, δυόσμο, κάτι πράσινο τέλος πάντων, και όποια γιαγιά και να ρωτήσεις τα θεωρεί αυτονόητα. Και όμως, ποτέ δεν έχω φάει κόλλυβα στην εκκλησία με ρόδι και μαϊντανό. Ποτέ λέμε. Γιατί; Τι κοστίζει στα ζαχαροπλαστεία να τα χρησιμοποιήσουν; Δε με νοιάζουν οι συμβολισμοί, δεν τους ψάχνω, απλά μου αρέσουν, ταιριάζουν τέλεια. Πιστεύω ότι σε όλους αρέσουν, είδαν παλιά ότι έτσι γίνονται πολύ πιο νόστιμα και μετά έψαξαν να βρουν το συμβολισμό προκειμένουν να δικαιολογήσουν τη χρήση τους. 
Τρίτη αλλαγή αφορά το μονωτικό του σιταριού. Το στάρι όταν έρχεται σε επαφή με τη ζάχαρη αναπτύσσονται παθογόνοι μικροοργανισμοί, υπεύθυνοι για πολλές μαζικές δηλητηριάσεις. Η λύση είναι να αλευρωθεί το βρασμένο σιτάρι και η ζάχαρη να μπει μόνο από πάνω, όπως στρώνεται η άχνη. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιείται καβουρδισμένο αλεύρι ή τριμμένη φρυγανιά, ενώ στην Κρήτη χρησιμοποιούν ρεβυθάλευρο, που μάλλον είναι και το πιο νόστιμο. Ομως και πάλι, κανένα από τα τρία δε μου αρέσει, δε θέλω αυτή την καφέ σκόνη στο πιάτο μου. Εύκολη η λύση όταν πρόκειται για οικιακή χρήση, δεν φτιάχνω όλη την ποσότητα με τη μία. Έχω όλα τα υλικά έτοιμα και συναρμολογώ ακριβώς πριν καταναλωθεί το κάθε μπολάκι χωριστά. Κανένα πρόβλημα υγιεινής.






Προσοχή χρειάζεται και στην επιλογή του σιταριού. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές από ποικιλία σε ποικιλία, οπότε μπορεί να αλλάζουν δραστικά οι χρόνοι μαγειρέματος. Αυτό που σίγουρα θέλουμε είναι ο κόκκος να είναι ολόκληρος, ατόφιος, αν και καλά βρασμένος. Όχι άλλα λαπαδιασμένα κόλλυβα, μια απροσδιόριστη μάζα με μόνο τα ασημένια κουφέτα να αλλάζουν λίγο την υφή.

Υλικά (για πόσους; Σχετικό. Πόσα θα φάτε; Πόσο σας αρέσουν; Σε πόσες μέρες, αφού το βρασμένο σιτάρι κρατάει τέσσερις μέρες στο ψυγείο...)
  500γρ σιτάρι
  αμύγδαλα ωμά (προτιμώ να τα φτιάξω εγώ)
  σουσάμι
  σταφίδες
  καρύδια
  ζάχαρη
  κανέλα
  και φυσικά, ρόδι και μαϊντανός

Γιατί δεν γράφω ποσότητες; Γιατί είναι σχετικές. Από τη στιγμή που συναρμολογούμε το γλυκό την τελευταία στιγμή, μπορεί ο καθένας να βάλει όσο θέλει, να παραλείψει κάτι που δεν του αρέσει, να φάει σκέτο ό,τι περισσέψει.






Ξεκινάω με το στάρι. Το ξεπλένω καλά, το βάζω σε νερό να μουλιάσει για περίπου μια ώρα και μετά το ρίχνω σε μπόλικο νερό που βράζει. Χαμηλώνω τη φωτιά να μη βράζει δυνατά, όπως και με τα όσπρια θέλω ένα σιγανό βρασμό για να μη διαλυθεί ο κόκκος. Το αφήνω μισή ώρα, σβήνω τη φωτιά, καπακώνω και αφήνω πάνω στο μάτι για άλλα 45 λεπτά. Μόλις περάσει η ώρα το σουρώνω και αμέσως το απλώνω σε ταψί να στεγνώσει. Είναι ακόμα πολύ ζεστό, οπότε αν απλωθεί σε μια στρώση θα εξατμιστεί αμέσως όλη η υγρασία, απαραίτητο στάδιο για σπυρωτό αποτέλεσμα.






Τώρα πρέπει να το αφήσουμε να κρυώσει εντελώς για μερικές ώρες. Εν τω μεταξύ ετοιμάζω τα συνοδευτικά. Ψήνω τα αμύγδαλα στον φούρνο και τα χοντροκόβω με το μαχαίρι, όπως περίπου και για τους κουραμπιέδες, χωρίς να αφαιρέσω το φλούδι τους που μου αρέσει πολύ. Το σουσάμι το καβουρδίζω στο τηγάνι χωρίς προσθήκη λιπαρής ουσίας, μέχρι να μοσχομυρίσει και να αλλάξει λίγο το χρώμα του. Χοντροσπάω τα καρύδια, καθαρίζω το ρόδι και ψιλοκόβω τον μαϊντανό.






Συναρμολόγηση. Σε ένα μπολ βάζω μερικές κουταλιές στάρι, μια κουταλιά ζάχαρη, κανέλα, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια, σουσάμι, ρόδι, μαϊντανό. Πόσο; Όσο θέλει ο καθένας. Με λίγο ανακάτεμα οι γεύσεις ενώνονται, δοκιμάζω και διορθώνω. Είναι τόσο εύκολο να ρυθμίσει ο καθένας τις ποσότητες κατά βούληση, ιδίως της ζάχαρης, να τα κάνει όσο γλυκά θέλει. Και καθόλου ζάχαρη να μην μπει θα έχουν τη γλύκα από τις σταφίδες, όπου μπορούμε να τις αυξήσουμε. Λίγη έξτρα κανέλα από πάνω και έτοιμα για κατανάλωση. Όσο περισσέψει το βάζω σε τάπερ στο ψυγείο μέχρι τέσσερις μέρες και το συναρμολογώ ακριβώς πριν την κατανάλωση.



 


Πραγματικά είναι το πιο υγιεινό επιδόρπιο. Καθόλου βούτυρα και λίπη, παρά μόνο τα φυσικά και ευεργετικά έλαια του σουσαμιού, του καρυδιού και του αμυγδάλου, καθόλου κρέμες, καθόλου αυγά, τίποτα. Μόνο λίγη ζάχαρη και αυτή μπορεί να μειωθεί στο ελάχιστο. Τι νόστιμα όμως που είναι τα άτιμα. Σπυρωτά, ολόκληρα αλλά πολύ μαλακά και βρασμένα μέχρι μέσα, αρωματικά από την κανέλα και το μαϊντανό, τραγανά από τους ξηρούς καρπούς, δροσερά σε κάθε σποράκι ροδιού που σκάει στο στόμα, ελαφριά, τέλεια. Απίστευτο παιχνίδι γεύσεων, αρωμάτων και υφών, αυτό που οι μοντέρνοι ζαχαροπλάστες πασχίζουν να ενσωματώσουν στις σύγχρονες δημιουργίες τους, χωρίς πάντα τόση επιτυχία. 
Δεν είναι κρίμα να μην έχουμε στη διατροφή μας τόσο υγιεινά και νόστιμα επιδόρπια, μόνο και μόνο επειδή είναι λίγο μακάβρια; Γιατί να μην τα αποσυνδέσουμε επιτέλους απο το συμβολισμό τους; Και αν δε μπορούμε, γιατί να μην αποκτήσουμε λίγο dark διάθεση, και να προσφέρουμε στους άλλους και στους εαυτούς μας κάτι πραγματικά μοναδικό; Κρίμα δεν είναι να το στερούμαστε;

Υ.Γ.: Μια από τις διασκεδάσεις μας εδώ στην επαρχία, είναι να βάλουμε τα μωρά για ύπνο, ένα καλό σήριαλ στο κομπιούτερ και μια ωραία μπύρα στο ποτήρι, αν είναι δυνατόν κάθε φορά διαφορετική.






Πολύ χρήσιμες είναι οι οδηγίες της Dark Chef στα πολλά μπυροαφιερώματα που έχει κάνει στο blog της, όπως και  Βασιλόπουλος της Κατερίνης που φέρνει αρκετές και ενδιαφέρουσες διαφορετικές μπύρες. Μέχρι τώρα η απόλυτη αγαπημένη είναι η Septem Friday's pale ale, αλλά ακόμα πιο αγαπημένη η όλη διαδικασία. Εύχομαι μετά τις μπύρες να πάμε στα κρασιά, στα ουίσκια (έτσι είναι το σωστό, εντάξει φιλόλογοι;...), στα ρούμια, στα κονιάκ... Και μια που είπα κονιάκ, όπως τα κόλλυβα, όταν παλιότερα δοκίμαζα κονιάκ όλοι μου λέγανε "τι, μνημόσυνο έχεις;"...

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Αμερικανιές

Σας αρέσει το φυστικοβούτυρο; Εμένα όχι. Υπάρχουν όμως πολλοί που το λατρεύουν, όπως η Γεωργία, οπότε πάντα υπάρχει στο σπίτι μας. Αποτελεί το αγαπημένο της πρωινό, ακριβώς όπως το τρώνε οι Αμερικάνοι, μια φέτα του τοστ με μαρμελάδα, μια με φυστικοβούτυρο και έτοιμο το σάντουιτς.






Το παράδοξο είναι ότι ενώ δε μου αρέσει, σε αυτό το συνδυασμό το βρίσκω ενδιαφέρον, ακόμα και καλό. Όχι τόσο βέβαια που να αρχίσω να το τρώω για πρωινό, εξάλλου το πρωί θέλω μόνο αλμυρά πράματα. Όμως έπεσα πάνω σε μια συνταγή του G. Ramsay που φτιάχνει cookies με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα, εμπνεόμενος και αυτός από το σάντουιτς των Αμερικάνων, και, όντας σίγουρος ότι θα ξετρελλάνει ορισμένους στο σπίτι, αποφάσισα να τα δοκιμάσω.






Η συνταγή είναι σχετικά απλή όπως και η διαδικασία, οπότε μπορείτε άφοβα να τα δοκιμάσετε, γιατί είναι πραγματικά πολύ νόστιμα.
Υλικά για 30 cookies: 185γρ αλεύρι μαλακό ή για όλες τις χρήσεις
                                       ένα κουταλάκι baking powder
                                      125γρ βούτυρο ελαφρώς μαλακό
                                      200γρ φυστικοβούτυρο (προτιμώ το απαλό αλλά κάνει και το τραγανό)
                                      185γρ καστανή ζάχαρη
                                      3 κουταλιές γάλα
                                      δύο βανίλιες
                                      ένα αυγό
                                      μια πρέζα αλάτι
                                      μαρμελάδα βατόμουρο και φυστικοβούτυρο για τη γέμιση






Βάζω το βούτυρο κομμένο σε κυβάκια μαζί με το φυστικοβούτυρο και τη ζάχαρη στον κάδο του μίξερ και χτυπάω με το φτερό σε μεσαία ταχύτητα μέχρι να ασπρίσουν. Προσθέτω το γάλα, τις βανίλιες και το αυγό και συνεχίζω το χτύπημα μέχρι να έχω ένα απαλό και ομοιογενές μείγμα. Κοσκινίζω το αλεύρι, το ανακατεύω με το baking και το αλάτι και τα ρίχνω στο μίξερ. Αφήνω σε χαμηλή ταχύτητα για περίπου δέκα δευτερόλεπτα, ίσα να ομογενοποιηθούν τα υλικά. Η ζύμη είναι έτοιμη και τη βάζω στο ψυγείο για περίπου μισή ώρα να σφίξει λίγο και να ενωθούν οι γεύσεις. Και παραπάνω να μείνει δεν πειράζει, ίσα ίσα θα γίνει πιο νόστιμη, απλά θα είναι πολύ σφιχτή μετά στο πλάσιμο.
Κόβω δύο λαδόκολλες στο μέγεθος της μεγάλης λαμαρίνας. Δυστυχώς έχω μόνο μία οπότε δεν μπορώ να τα ψήσω όλα με τη μία, τα κάνω σε δύο δόσεις. Φτιάχνω μικρά μπαλάκια, μεγέθους περίπου καρυδιού αλλά με ξέρετε πλέον, τα ζυγίζω για να είναι όλα ίδια, 25 γραμμάρια το καθένα. Τα κάνω λίγο επίπεδα αλλά όχι όπως θα είναι όταν τα τρώμε, όπως και τα cookies σοκολάτας απλώνουν πολύ στο ψήσιμο. Θέλω απλά να έχουν λίγο επίπεδη επιφάνεια έτσι ώστε να μπορώ με το δάχτυλο να πιέσω στο κέντρο τους και να κάνω μια μικρή λακουβίτσα που θα μπει η μαρμελάδα και το φυστικοβούτυρο. 







Τα αραδιάζω στη λαδόκολλα με αρκετό κενό ανάμεσά τους, οπότε χωράνε 16 σε κάθε δόση. Με ένα κουταλάκι βάζω στη λακουβίτσα που έχω φτιάξει λίγη μαρμελάδα και λίγο φυστικοβούτυρο χωρίς να τα ανακατέψω, προσπαθώ να παραμείνουν ευδιάκριτα και εμφανώς χωριστά μεταξύ τους.






Τα ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς στον αέρα για έντεκα λεπτά, μέχρι να γίνουν χρυσαφένια αλλά να παραμείνουν μαλακά και λαστιχωτά. Για να ψήσω τη δεύτερη δόση βάζω τη λαμαρίνα κάτω από τρεχούμενο νερό να κρυώσει, έτσι ώστε να μη λιώσουν κατευθείαν μόλις τα ακουμπήσω πάνω της. Βέβαια, αν έχουμε δύο λαμαρίνες τα ψήνουμε ταυτόχρονα.






Μόλις γίνουν, όσο κι αν θέλουμε να τα φάμε ζεστά δεν γίνεται, είναι πάρα πολύ μαλακά και διαλύονται, πρέπει να κρυώσουν και να σφίξουν, γι' αυτό τα μεταφέρω σε σχάρα με φαρδιά σπάτουλα.






Για τους λάτρεις του φυστικοβούτυρου είναι θεϊκά. Πάρα πολύ νόστιμα, με πολύ ωραία υφή, αποτελούν μια πολύ πιο κυριλέ μορφή του απλού peanut butter and jelly sandwich. Για μένα που δε μου αρέσει αλλά τρώω ευχάριστα τον συνδυασμό του με τη μαρμελάδα ήταν επίσης πολύ καλά, έφαγα πολλά προσπαθώντας απλά να νιώσω τη γεύση τους. Για τους υπόλοιπους ίσως είναι καλύτερα η γέμιση να έχει μόνο μαρμελάδα, εξάλλου υπάρχει πολύ φυστικοβούτυρο στη ζύμη που δίνει την χαρακτηριστική του γεύση.






Όποια κι αν είναι η απάντηση λοιπόν στην αρχική ερώτηση, μη διστάζετε, φτιάξτε τα και ίσως αρχίσετε να βλέπετε το φυστικοβούτυρο με άλλο μάτι.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Ώρα για παραμύθι

Η καλύτερή μου φίλη είναι η Γεωργία. Μάλιστα, πριν μερικά χρόνια, μου φάνηκε πολύ καλή ιδέα να παντρευτούμε, οπότε πλέον η καλύτερή μου φίλη είναι και η γυναίκα μου, σοφή επιλογή όπως έχει δείξει ο χρόνος μέχρι τώρα. Και όλα αυτά, χωρίς να μοιράζεται ούτε στο ελάχιστο το μεγάλο μου πάθος, το φαγητό, κάτι εντελώς διαδικαστικό και αδιάφορο γι' αυτή πριν με γνωρίσει, λίγο καλύτερα μετά από τόσα χρόνια μαζί αλλά πάλι αγχωτικό κομμάτι του πρωινού της όταν πρέπει να μαγειρέψει. Το δικό της πάθος είναι τα βιβλία και περισσότερο, ειδικά μετά τη γέννηση της μεγάλης κόρης, τα παιδικά βιβλία. Γράφει και ένα πολύ όμορφο blog που αξίζει να το δείτε, γεμάτο τρυφερότητα και ευαισθησία. Ενδεικτικά δείτε αυτή την ανάρτηση, που είναι από τις αγαπημένες μου.
Προκύπτει όμως το θέμα των δώρων. Τι παίρνεις σε κάποιον, κάτι που πιστεύεις ότι θα  αρέσει στον άλλο ή κάτι που σίγουρα αρέσει σε σένα; Ναι, τρελλαίνομαι για κουζινικά αλλά έχω και περίεργες απαιτήσεις, είναι πολύ συγκεκριμένα αυτά που μου γυαλίζουν και δύσκολα συμβιβάζομαι με κάτι άλλο. Η λύση; Βιβλίο μαγειρικής που και πάλι είναι δύσκολος τομέας. Ποιο απ' όλα; Όλα φαίνονται τόσο ίδια σε κάποιον που δεν ασχολείται και έχω το κακό συνήθειο να μην φτιάχνω wish list στο amazon. Οπότε το δώρο μου για τα τρία χρόνια γάμου ήταν ένα βιβλίο μαγειρικής, βγαλμένο όμως από τα παραμύθια, το δικό της βασίλειο.






Φαγητό των παραμυθιών από τη Lucie Cash, πολύ όμορφο, διαφορετικό από κάθε άλλο μαγειρικό βιβλίο, με απίθανη εικονογράφηση και καθόλου φωτογραφίες. Οι συνταγές δεν θα αρέσουν σ' αυτούς που τον τελευταίο καιρό διαβάζουν Aduriz ή Achatz ή Roca, είναι πολύ πιο απλές, ίσως και απλοϊκές αλλά είναι ιδανικές γι' αυτούς που χρειάζονται μια εσάνς παραμυθιού σε ό,τι κάνουν.






Το κάθε κεφάλαιο αφορά ένα πολύ γνωστό παραμύθι και έχει τρεις ή τέσσερις συνταγές εμπνευσμένες από το θέμα του παραμυθιού, έστω μόνο σαν όνομα, όπως η κολοκυθόπιτα της Σταχτοπούτας.






Υπάρχει κεφάλαιο με τη μικρή γοργόνα, έτσι για να έχουμε και κάτι σε θαλασσινό,






ενώ δε θα μπορούσε να λείπει ο Χάνσελ και η Γκρέτα και το σπιτάκι που βρίσκουν στo δάσος φτιαγμένο από σοκολάτα ή, στην περίπτωσή μας, από gingerbread.






Εννοείται πως υπάρχει και το πιο γνωστό tea party των παραμυθιών, αυτό του τρελοκαπελά από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.






Το θέμα μας όμως της σημερινής ανάρτησης προέρχεται από ένα άλλο κλασσικό παραμύθι, τα τρία γουρουνάκια και απευθύνεται σε όλους αυτούς που τάσσονται υπέρ του λύκου, που μόνο κακός δεν είναι, άσε που θα έπαιζε πολύ καλό τρομπόνι με τέτοια ανάσα που είχε.






Τα τρία γουρουνάκια στην κουβέρτα λοιπόν, έτσι ονομάζεται η συνταγή και θα για να καταλάβουμε τα μυστικά της πρέπει να πάρουμε τα πράματα από την αρχή...






Μια ωραία χειμωνιάτικη μέρα τα τρία γουρουνάκια αποφάσισαν να πάνε βόλτα στο δάσος, να δούνε το βουνό από κοντά. Δεν ήταν όμως μόνα τους, κάποιος τα ακολουθούσε από μακριά.






Περπάτησαν σε μέρη παραμυθένια...






...πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα του λύκου.






Πήγαν στην άκρη του γκρεμού...






...πάλι όχι μόνα τους...






...και πάτησαν σε μαλακά γρασίδια...






...μόνο τα δύο όμως, γιατί ο τρίτος την είδε λίγο Brooke Shields και είπε να βουτήξει στον καταρράκτη.






Ο 'Ολυμπος όμως δεν είναι Blue Lagoon, ξεπάγιασε και γύρισε γρήγορα να βρει τα αδέρφια του...






...που πάλι δεν ήταν μόνα τους.






Και τότε αποφάσισαν να ανεβούν στον πιο ψηλό βράχο, εκεί που φαίνεται όλο το λαγκάδι αλλά και οι ψηλές χιονοσκέπαστες κορυφές του βουνού.






Ήταν όμως πολύ άτυχα. Ένα πυκνό σύννεφο τους έκρυψε τη θέα προς τα χόνια. Και πάνω που αποφάσισαν να γυρίσουν στο σπιτάκι τους να κουκουλωθούν στην κουβερτούλα τους για να ζεσταθούν, ο λύκος τους έκλεισε το δρόμο, τα μάζεψε, τα πήρε στο δικό του σπίτι και τα σκέπασε με άλλη κουβέρτα, σφολιάτα για την ακρίβεια, αφού πρώτα τα τύλιξε με το σεντόνι από μπέικον, βάζοντας και λίγη αρωματική γέμιση.

Τρία γουρουνάκια στην κουβέρτα, από το βιβλίο Fairytale Food, με κάποιες δικές μου αλλαγές και προσθήκες.
Υλικά: 6 λουκάνικα Φρανκφούρτης
            ένα φύλλο σφολιάτας, περίπου 400γρ είναι τα έτοιμα
            τρεις φέτες μπέικον
            ένα κρεμμύδι
            μια φέτα ψωμί
            δύο φύλλα φασκόμηλο
            λίγη πάπρικα γλυκιά
            λίγη τριμμένη παρμεζάνα
            αυγό χτυπημένο με μια κουταλιά γάλα
            λάδι, αλάτι, πιπέρι

Κόβω το μπέικον στη μέση κατά μήκος και τυλίγω με αυτό τα λουκάνικα. Τα βάζω σε ταψάκι και στο φούρνο στους 180 βαθμούς για περίπου 15 λεπτά, μέχρι να γίνει τραγανό το μπέικον.




            

Ετοιμάζω τη γέμιση. Ψιλοκόβω το κρεμμύδι και το σωτάρω στο τηγάνι μέχρι να γυαλίσει αλλά χωρίς να πάρει χρώμα. Ψήνω το ψωμί στη φρυγανιέρα, το κόβω κυβάκια και το βάζω στο μούλτι μαζί με το κρεμμύδι, λίγο αλατοπίπερο, το φασκόμηλο και την παρμεζάνα. 
Κόβω δύο μακριές λωρίδες από τη σφολιάτα, μετρώντας με το μέγεθος του λουκάνικου έτσι ώστε να χωράνε τρία χωρίς να ακουμπάνε μεταξύ τους στο πλάτος και στο μήκος τόσο ώστε να μπορεί να τα σκεπάζει αλλά όχι ολόκληρα. Θέλουμε το κεφάλι να είναι απ' έξω... Εννοείται ότι όσο περίσσεψε δεν πετάχτηκε, ψήθηκε με διάφορους τρόπους, ευκαιρία για πειράματα.
Ξαπλώνω τα λουκάνικα στη σφολιάτα, απλώνω λίγη γέμιση γύρω τους και τα σκεπάζω με την κουβέρ... λάθος, με τη σφολιάτα που έχω αλείψει τις άκρες τις με λίγο αυγόγαλα για να κολλήσουν. Αλείφω τη σφολιάτα από πάνω με αυγόγαλα για να πάρει ωραίο χρώμα στο ψήσιμο και ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς στον αέρα για περίπου 25 με 30 λεπτά.







Φοβερή συνταγή; Καλά, όχι τίποτα σπουδαίο. Στην ουσία είναι μια κυριλέ λουκανικόπιτα, με την προσθήκη του μπέικον και της γέμισης να κάνουν την μικρή, αλλά υπαρκτή, διαφορά. Και αυτό είναι κακό; Όχι βέβαια, λατρεύω τις λουκανικόπιτες, έχω φάει χιλιάδες από δαύτες από κάθε πικραμένο φούρνο και σίγουρα αυτή είναι από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη. Μάλιστα με λίγη σαλάτα ρόκα-ντοματίνια με απλό ντρέσινγκ και μια καταπληκτική Septem Friday's pale ale τελικά φάγαμε ένα τέλειο, για να μην πω παραμυθένιο,  δείπνο...

Υ.Γ.: Πάντα προσπαθώ να θυμάμαι πού βάζω τα αλεύρια μου, τι έχει μέσα το κάθε βάζο και, με εξαίρεση αυτά που έχουν διαφορετικό χρώμα, πάντα ξεχνάω ποιο είναι τι. Ως εδώ είπα, πρέπει να βάλω ταμπελάκια, που μέχρι τώρα δεν έβαζα γιατί αγοράζω διαφορετικά αλεύρια και δεν είναι σίγουρο ότι όταν αδειάσει ένα βάζο, μετά θα ξαναέχει το ίδιο. Και είπα να αρχίσω από το το βάζο της ζέας, που τον τελευταίο καιρό υπάρχει σταθερά στο σπίτι. Και ενώ είχαμε πολλά άσπρα αυτοκόλλητα, όλα ξοδεύτηκαν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Δεν έκανα πίσω όμως, η ζέα θα αποκτούσε δικό της ονοματισμένο βάζο, όπως και έγινε.






Η Πέπα που μου χάρισε η Σταυρούλα έδωσε τη λύση και στο φουστάνι της γράφτηκε το περιεχόμενο του βάζου. Όχι τίποτε άλλο, αλλά άντε μετά να πείσω κάποιον που δεν ξέρει ότι σ' αυτήν την κουζίνα κουμάντο κάνω εγώ...