Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Κουζίνα!!!

Αυτό πια δεν είναι κουζίνα, είναι το γεφύρι της Άρτας. Έχει ξεκινήσει από το Μάρτιο και οι δουλειές και οι εκκρεμότητες καλά κρατούν. Δυστυχώς ο πρωτομάστορας είναι... γυναίκα οπότε δεν μπορούμε να θυσιάσουμε τη γυναίκα του μπας και προχωρήσει η δουλειά, δεν έχουμε καμιά ελπίδα, παρά μόνο υπομονή. Και μπορεί να μαγειρεύουμε από τις αρχές Ιουνίου αλλά μας λείπει ένα βασικό, βασικότατο, ο απορροφητήρας και μερικά δευτερεύουσας σημασίας, όπως το μεγάλο ψυγείο και ένα κρεμαστό για τα τηγάνια και τα κατσαρολικά πάνω από τη νησίδα. Σήμερα όμως έγινε ένα μεγάλο βήμα μπροστά, μπήκαν επιτέλους τα ράφια στον τοίχο και, αν και ημιτελής, πλησιάζει στην τελική της μορφή και πρέπει επιτέλους να τη δείτε και να σας πω και λίγη από την ιστορία της.






Εννοείται ότι τα γεγονότα δε θα είναι με χρονολογική σειρά, θα κάνω το καγκουρό πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο όπως μου έρχονται στη μνήμη. Και πρώτο και καλύτερο τα ράφια που μπήκαν σήμερα. 
Ο προπάππους μου ήταν βαρελάς, και το κύριο ξύλο που έφτιαχνε τα βαρέλια του ήταν αυτό που αφθονούσε στο χωριό του, οι καστανιές. Στις αρχές του '60 ο προππάπους απεβίωσε, μετά από λίγα χρόνια και ο γιος του, και κάποια κομμάτια από καστανιά δεν πρόλαβαν να γίνουν βαρέλια. Σε ένα καλύβι στα χωράφια, που χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη, ο πατέρας μου βρήκε δύο τέτοια κομμάτια στα τέλη του '70, τα μάζεψε και τα φύλαξε στο δικό του υπόγειο. Δεν τα χρησιμοποίησε πουθενά, παρόλα τα άπειρα μικρά και μεγάλα έπιπλα που έφτιαξε ο ίδιος. Πριν μερικά χρόνια απεβίωσε κι αυτός, και τα ξύλα κάθονταν στο σκοτάδι περιμένοντας. 
Ήξερα την ύπαρξή τους και όπως έφτιαχνα την ιδανική κουζίνα στο μυαλό μου υπήρχαν κι αυτά, αρκεί να ήταν σε καλή κατάσταση. Και ήταν. Η φωτό είναι ακριβώς πριν τη μετακόμιση από το Λιτόχωρο, την τράβηξα για άλλο λόγο, όχι για το blog, οπότε φαίνονται και άσχετα μαζί.






Τα έφερα στην Αθήνα και ξεκίνησα το καθάρισμά τους. Όχι πολύ εύκολη δουλειά αν δεν έχεις τα κατάλληλα εργαλεία, αρκετή ταλαιπωρία στην αρχή, μετά όμως ολοκλήρωσα τον πάγκο ξυλοεργασιών στο πρόχειρο εργαστήρι που έστησα στο μπαλκόνι και αγόρασα και την καταπληκτική, μοναδική, χειροκίνητη πλάνη της veritas. Πλέον η δουλειά προχωρούσε με ρυθμό, τα έκοψα στη μέση να γίνουν τα τέσσερα ράφια, καθάρισα από τα δύο το σομφό ξύλο (το τμήμα που μεταφέρει τους χυμούς στο δέντρο, ακριβώς κάτω από το φλοιό) που ήταν εύθριπτο και έψαχνα να βρω τι θα χρησιμοποιούσα για προστασία. 
Εννοείται δεν ήθελα κανένα λούστρο και τα συναφή, μόνο φυσικά πράματα, όπως το λινέλαιο. Τελικά προτίμησα το shellac, κυρίως για την εντελώς ουδέτερη απόχρωση που έχει, μια που τα ξύλα ήταν ήδη αρκετά σκούρα. Το shellac είναι ρητίνη που εκκρίνεται από το θηλυκό έντομο lac, επίσημη ονομασία Laccifer lacca, στην Ινδία και την Ταϋλάνδη. Διαλύεται σε αιθανόλη και χρησιμοποιούνταν στην επιπλοποιία τον 19ο αιώνα, αντικαταστάθηκε όμως από τα σύγχρονα, πολύ φθηνότερα, και εντελώς δηλητηριώδη, προϊόντα. Μετά την επεξεργασία με το shellac χρησιμοποίησα φυσικό κερί (μείγμα από μέλισσας και carnauba) και έγιναν κάπως έτσι.






Απίθανα νερά, σχεδόν τρισδιάστατα, με αδρή όψη αλλά μεταξένια στην υφή, με κάποιες ατέλειες από το χρόνο επίτηδες αφημένες στη θέση τους, πανέμορφα. Σήμερα πήρα επιτέλους τις βάσεις τους και όλο το μεσημέρι μαστόρευα για να μπουν στον τοίχο.






Έβαλα κάποια πράματα επάνω τους αλλά έχω ακόμα να ανοίξω κούτες και να τακτοποιήσω. Δείτε μια προσωρινή εικόνα για το πώς είναι τώρα.






Εκεί αριστερά φαίνεται το σερβίτσιο μινιατούρα που έχουμε χρόνια τώρα στη συρταριέρα μας, όλο λέγαμε να βρούμε μια θέση στην κουζίνα να μπει και επιτέλους βρήκε τη θέση του.






Ούτε εκεί θα μείνουν όμως, ακριβώς από κάτω υπάρχει αναμονή για φωτιστικό και δεν θέλω με τίποτα κρυφό φωτισμό κάτω από το ράφι. Μάλλον θα μπει κάποιο πορτατίφ ακριβώς εκεί στη γωνία. Ίδωμεν.
Άλλο τεράστιο κεφάλαιο ο πάγκος της νησίδας. Τον ήθελα ξύλινο, κατά προτίμηση δρύινο, και τεράστιο. Έχω ξαναγράψει γι' αυτόν παλιότερα, τον έφερα από το Λιτόχωρο με τα ξύλα απλά κολλημένα μεταξύ τους, τον έτριψα, τον γυάλισα, του έβαλα τα φυσικά λάδια της auro και έγινε όπως ακριβώς τον φανταζόμουν. 






Ενώ είναι πολύ λείος, έχει μια απίστευτα φυσική αίσθηση, πιάνεις και νιώθεις τα νερά του ξύλου, δεν είναι σκεπασμένα από ένα στρώμα λούστρου, όπως ό,τι άλλο έβλεπα σε ξύλινο πάγκο. Η δικαιολογία όλων ήταν ότι πρέπει να είναι εντελώς αδιάβροχος και να αντέχει. Καλώ όλους αυτούς λοιπόν να έρθουν σε πενήντα χρόνια από τώρα να δούμε πώς θα είναι ο πάγκος μου... Τώρα, ακόμα και μετά από τρεις μήνες που είναι στη θέση του, όταν περνάω δίπλα του το χέρι μου ασυναίσθητα περνάει από πάνω του και τον χαϊδεύω.
Και πάνω στον πάγκο βρίσκονται οι εστίες. Εκεί ήμουν απόλυτος, από τότε που πήρα τις εστίες της griswold είδα το φως μου με το γκάζι, ορκίστηκα ότι θα μαγείρευα σε τέτοιο ακόμα κι αν δεν είχαμε φυσικό αέριο. Και δεν έχουμε. Υπάρχουν όμως μποτίλιες...






Αντικειμενικά η smeg έχει πολύ όμορφα προϊόντα, ίσως όχι τόσο ποιοτικά αναλογικά με τη τιμή τους αλλά οι εστίες της δεν παίζονται. Όμως αν ξανάπαιρνα ίσως να μην έπαιρνα τις ίδιες. Ήθελα πέντε φλόγιστρα, όχι τόσο για τον αριθμό, μου φτάνουν και τα τέσσερα, ήθελα όμως την έξτρα ισχύ του κεντρικού, που είναι φωτιά και λάβρα κανονική. Όμως έτσι δεν υπάρχει πολύς χώρος, αν χρησιμοποιώ το κεντρικό δε χωράνε μεγάλα σκεύη στα υπόλοιπα. Από την άλλη για να έχω και δυνατό φλόγιστρο και χώρο έπρεπε να δώσω πολλά περισσότερα, οπότε καλές είναι κι αυτές. Από κάτω τους φαίνονται τα τρία συρτάρια που ήθελα, ένα ρηχό για όλα τα εργαλεία, που τελικά χωράει και τα μαχαιροπίρουνα, ένα κανονικό για τις μπασίνες και τα μικρά ή ρηχά κατσαρόλια και ένα βαθύ για τις μεγάλες κατσαρόλες. Δείτε πώς είναι η νησίδα και από το πλάι.






Γενικά παντού υπάρχει σχεδιασμός ανάλογα με τις ανάγκες, για παράδειγμα το ντουλάπι κάτω από τον φούρνο είναι κοντό, δεν έχει κανονικό ύψος. Φυσιολογικά θα ήταν ενιαίο. Όμως όχι, έχει τρία επίπεδα, πολύ ρηχά μεν αλλά που χωράνε άνετα όλα τα ταψιά, που δεν είναι και λίγα...
Ο τεράστιος πάγκος, 330 εκατοστά απ' άκρη σ' άκρη και 95 εκατοστά πλάτος, δεν έχει μόνο ντουλάπια από κάτω του. Από την έξω μεριά, από το σαλόνι, έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη, που ποτέ δεν είναι αρκετές στο σπίτι μας, κατευθείαν γέμισε κι αυτή.






Μάλιστα, στην αρχή αφήσαμε άδειο το ακριανό ράφι, παίζαν οι μικρές. Μάλιστα, μία κυρία το χρησιμοποιούσε σε στιγμές υπέρτατης θλίψης προκειμένου να απαλύνει τον πόνο της μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.






Τελικά κι αυτό γέμισε με βιβλία, χάθηκε η καβάτζα για κλάμα.
Πρίζες υπάρχουν παντού, γι' αυτό και η άκρη του πάγκου φιλοξενεί τοστιέρες και καφετιέρες.






Για τον μαρμάρινο νεροχύτη έχω γράψει και παλιότερα, είναι πολύ όμορφος, τεράστιος, καθαρίζει πανεύκολα, χωράει να πλύνω πολύ άνετα ακόμα και το μεγαλύτερο ταψί και ό,τι πιάτο ή ποτήρι πέσει πάνω του σπάει...






Πολύ ψάξιμο έριξα για την στραγγιστήρα. Δεν ήθελα με τίποτα πλαστική και έβρισκα μόνο κάτι μέτριες και απρόσωπες inox, που δε με ικανοποιούσαν. Οι πρώτες κάνουν τρία ευρώ, οι inox δεκαπέντε, τελικά βρήκα μία με εξηνταπέντε. Είναι όμως ιδιαίτερη, όμορφη στα μάτια μου και οι αναστολές έφυγαν λόγω του χρόνου που σπατάλησα για να τη βρω.






Με πολύ χώρο αλλά ποιος νοιάζεται για τέτοια ποταπά, από κάτω της είναι το πλυντήριο πιάτων, μεταλλική, με ένα περίεργο χρώμα του σίδερου, όχι ακριβώς σα σκουριά, που βρήκα και μία τέτοια επίσης πολύ καλή και εξίσου ακριβή, ταιριάζει στο ύφος της όλης κουζίνας.






Ψάξιμο όμως ρίξαμε οικογενειακώς και για τα χερούλια. Στο κέντρο, πίσω από την Αθηνάς υπάρχει ένας δρόμος όπου όλα τα μαγαζιά πουλάνε χερούλια. Τα γυρίσαμε σχεδόν όλα, μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές και στην ποιότητα αλλά δύο γεγονότα με άγγιξαν. Ήθελα χούφτες και οι περισσότερες που υπάρχουν έχουν επάνω τους στην άκρη δύο βίδες, ψεύτικες. Όλα τα χερούλια βιδώνονται πλέον από πίσω, οπότε θεώρησαν ότι έπρεπε να μη λείπουν οι βίδες και βάλαν ψεύτικες. Μακριά από μας, μου θυμίζουν κάτι κολώνες και καλά σαν αρχαίες που βάζουν οι δήμαρχοι στην πλατεία στα Άνω Δρυμίκλανα, για να δείξουν πολιτισμό. Οι κολώνες όμως είναι για να στηρίζουν κάτι, έτσι τις χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι, και οι βίδες για να βιδώνουν. Ψεύτικα δεν θέλουμε, μας φτάνουν οι πολιτικοί μας. Το άλλο αξιοπερίεργο που είδα ήταν σε μία, κατά τα άλλα αξιόλογη, χούφτα που μπροστά, φάτσα κάρτα έλεγε το όνομα της εταιρίας που τις φτιάχνει, τύπου "μεταλλοπλάστ"... Τόσο περήφανος είναι πια ο ιδιοκτήτης που θεωρεί ότι πρέπει να το βλέπουν όλοι; Τι να πω. 
Τελικά βρήκαμε κάποιες που μας άρεσαν στο προτελευταίο μαγαζί, τις παραγγείλαμε και όταν πήγα να τις πάρω μου είπε ότι δεν υπάρχουν πια. Εκεί είπα θα πάρω από το ΙΚΕΑ, που ήταν καλές, από τις πιο ποιοτικές που είδα αλλά λίγο πιο γυαλιστερές απ' ό,τι θα τις ήθελα. Μπήκα όμως πρώτα στο τελευταίο μαγαζί, και voila, επιτυχία. 






Το καλύτερο; Είναι οι φθηνότερες που βρήκα, πιο φθηνές ακόμα κι από του ΙΚΕΑ. Χαλάλι το ψάξιμο και η επιμονή, στο τελευταίο πραγματικά μαγαζί κρύβονταν. Για τα μεγάλα συρτάρια κάτω από τις εστίες σκέφτηκα να βάλω μακριές ράβδους για χερούλια, έκανε η μία όσο όλα τα υπόλοιπα χερούλια μαζί και σφύριξα αδιάφορα αγοράζοντας άλλες τρεις χούφτες.
Σε παλιότερη ανάρτηση είχα δείξει λίγο πώς ήταν η κουζίνα στο σπίτι πριν τη γκρεμίσουμε. Μετά από απαίτηση της crispy, και χατήρια δε χαλάω, με ξέρετε, δείτε τη μία όψη της πώς ήταν






και πώς έγινε,






και η άλλη όψη της πώς ήταν






και πώς έγινε.






Και η μεγαλύτερη αλλαγή στο πριν και μετά είναι η θέα από το σαλόνι, το πριν δεν υπάρχει, είναι ένας άσπρος τοίχος και τώρα είναι αυτό.






Τι θα άλλαζα ή θα έφτιαχνα αλλιώς εκτός από τις εστίες; Το χειρότερο σημείο για μένα είναι η κορνίζα στο πάνω μέρος της πιατοθήκης, εντελώς έξω από το στυλ της υπόλοιπης κουζίνας αλλά και αρκετά δύσκολο να αλλάξει, ίσως ασχοληθώ αργότερα, αν και το συνηθίζουμε με τον καιρό. 
Μικρότερο φάουλ είναι η πόρτα του πλυντηρίου, ήθελα να έχει εμφανή μετώπη, να βλέπω την οθόνη αλλά έτσι είναι η μόνη πόρτα που δεν έχει χερούλι. Και αισθητικά, παρόλο που δεν τη λες και μίνιμαλ την κουζίνα, εκεί θα ταίριαζε μια πιο καθαρή γραμμή χωρίς οθόνες και κουμπάκια.
Το μεγάλο αγκάθι είναι ο απορροφητήρας. Αναγκαστικά το μπουρί θα έχει γωνίες, και το χειρότερο, και κάθοδο, οπότε για να δουλεύει ικανοποιητικά πρέπει το μοτέρ να είναι έξω. Είμαι μεταξύ δύο λύσεων, μιας πανάκριβης και πολύ ωραίας και μιας ακριβής που απαιτεί όμως πολύ δουλειά  για να γίνει εξίσου ωραία. Ίδωμεν. Όταν βρούμε λεφτά θα πάρουμε και μεγαλύτερο ψυγείο, άλλη μεγάλη ιστορία κι αυτή. Σε επόμενη ανάρτηση όμως, μαζί με τα σχέδια που κάνω για την τραπεζαρία. Και σταματώ εδώ γιατί κάθε φορά που ξαναδιαβάζω την ανάρτηση προσθέτω και κάτι που θυμάμαι. Δεν έγραψα για το τεράστιο σανίδι κοπής, για τον μπουφέ που θέλω να βάλω στον απέναντι τοίχο, για, για...

Υ.Γ.: Ένα από τα κακά της μετακόμισης είναι ότι δεν ξέρω πού να βρω αυτά που ψάχνω, πράματα που στη Θεσσαλονίκη τα έβρισκα σε πέντε λεπτά με το μηχανάκι μου. Θέλουμε λοιπόν να βάλουμε σε ένα τοίχο αυτό το σκίτσο της Dautremer από ένα βιβλίο της που έχουμε.






Πού μπορούμε να το σκανάρουμε, να ενώσουμε τις δύο εικόνες γιατί είναι σε δύο σελίδες και να την τυπώσουμε σε μεγάλο μέγεθος; Ε; Ξέρει κανείς; Και, παρακαλώ πολύ, μη μου απαντήσουν οι Θεσσαλονικείς "στον Γαλόνη"...

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Μακαρόνια με τόνο

Σήμερα το θέμα μας δεν είναι η συνταγή. Όχι ότι δεν υπάρχει, απλά είναι τόσο απλή που δεν τη λες καν συνταγή. Για την ακρίβεια, είναι η πιο εύκολη και γρήγορη συνταγή σε ολόκληρο τούτο το blog, πιο εύκολη ακόμα κι από τα αχλάδια. Πιο πολύ είναι ένα ευχαριστώ, μαζί με μια παιδική ανάμνηση. Ανάμνηση από την τελειότερη σάλτσα με τόνο που έχω φάει ποτέ, σε γνωστό μοναστήρι της Ευρυτανίας, με Ηγούμενο κορυφαίο μάγειρα, τόσο που όλες οι εκπομπές μαγειρικής που σέβονται τον εαυτό τους τον έχουν επισκεφτεί κάποια στιγμή. 
Εκεί λοιπόν, στα μέσα της δεκαετίας του '80, οι αυγουστιάτικες ντομάτες από τον κήπο σιγόβραζαν για ώρες στο γκάζι, πιο πολύ εξατμιζόταν το νερό τους παρά βράζανε, ακριβώς όπως έμαθα τουλάχιστον είκοσι χρόνια αργότερα ότι πρέπει να γίνεται, μικρός κοιλιόδουλος τρύπωνα στην κουζίνα όταν δεν κοιτούσε κανείς και έπαιρνα κουταλιές και "δοκίμαζα", στο τέλος μπήκε ο τόνος από κονσέρβα και όλοι παραμιλούσαν για το θείο έδεσμα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά για χρόνια μετά τους μεγάλους, θειάδες και τα συναφή, που ήταν παρόντες να εκθειάζουν εκείνη τη μακαρονάδα, να αντιγράφουν τη συνταγή αλλά με μέτρια αποτελέσματα, ούτε είχαν τόσο καλές ντομάτες αλλά ούτε, κυρίως, την υπομονή να τις βράσουν για ώρες.
Χρόνια πολλά πέρασαν και κάποια στιγμή φίλος καρδιακός με φιλοξενεί για περίπου ένα μήνα, μέχρι να αδειάσει το σπίτι που νοίκιασα. Εκεί φυσικά ανέλαβα το μαγείρεμα, όμως ο Βασίλης, ο φίλος, μου έδειξε μια μακαρονάδα απλή, απλούστατη, με τόνο, ντομάτα και φέτα, τόσο απλή που τον κοίταξα λίγο δύσπιστος αν αξίζει να τη φτιάξω και να τη φάμε. Είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου και τη μοναστηριακή τελειότητα και αμφέβαλα. Επέμενε, είχε δίκαιο, εντελώς διαφορετικό πράμα βέβαια αλλά πολύ καλό μέσα στην απλότητά του.
Πριν από λίγες μέρες ο Βασίλης μας βοήθησε απίστευτα σε ένα οικογενειακό μας θέμα, οπότε κατευθείαν, σαν ελάχιστο ευχαριστώ, έφτιαξα μετά από χρόνια τη μακαρονάδα του. 






Μάλιστα η συγκεκριμένη είχε κι έναν έξτρα κρυμμένο άσσο στα υλικά της. Τόνος Αλοννήσου, τόσο γνωστός και διάσημος αλλά και τόσο ακριβός που δεν τον είχα δοκιμάσει ποτέ, προτιμούσα να αγοράσω φρέσκο στην ίδια τιμή παρά να πάρω σε βαζάκι, έτοιμο, κονσέρβα. Λάθος μου...






Απλά καμία σχέση με τις υπόλοιπες κονσέρβες τόνου της αγοράς, σε τελείως διαφορετικό επίπεδο γεύσης και, κυρίως, υφής. Βέβαια, δεν ψήθηκα να τον αγοράσω, μου τον φέρανε φίλοι από την Αλόννησο που πήγαν διακοπές και μου ανοίξανε τα μάτια. Ξετρελλαθήκαμε οικογενειακώς, οπότε πήγα κατευθείαν και τον πήρα για τις ανάγκες της ανάρτησης. Και καθόλου δε μας χάλασε που φάγαμε το ίδιο φαγητό Δευτέρα και Παρασκευή...
Και μια παρένθεση για ένα θέμα που έχω ξαναπεί σε παλιότερη ανάρτηση. Τα μακαρόνια, τα ζυμαρικά γενικά, είναι φαγητό. Τέλος. Όχι σαλάτα. Υπάρχουν ωμές σαλάτες και βρασμένες σαλάτες. Κρύες και ζεστές. Σαλάτες με λαχανικά και φρούτα. Με ζυμαρικά όμως είναι φαγητά, κρύες μακαρονάδες. Όχι σαλάτες. Αλλιώς και τα παϊδάκια τα αρνίσα είναι φρούτο, ή επιδόρπιο, εξάλλου μετά από οργιώδεις κρεοφαγίες πάντα παίρνουμε στο τέλος και δυο κιλά παϊδάκια για τη χώνεψη, αυτό όμως δεν τα κάνει φρούτα ούτε λουκούμια (ακόμα κι αν είναι)... Κλείνει η παρένθεση.
Ζυμαρικά με τόνο λοιπόν, ντομάτα και φέτα, μια απλή και πεντανόστιμη συνταγή.
Υλικά: ζυμαρικά
            τόνος σε βαζάκι
            τυρί φέτα
            ντομάτα
            αλάτι, πιπέρι, λάδι, φρέσκια ρίγανη (προαιρετικά)

Τι ζυμαρικό; Ό,τι θέλουμε. Τη Δευτέρα κάναμε πένες, σήμερα λιγκουίνι, την επόμενη ό,τι θα έχει το ντουλάπι. Ποσότητες; Όσο θέλουμε. Εμείς, δύο ενήλικες και δύο μικρές τρώμε ακριβώς ένα πακέτο, χωρίς υπόλοιπα για το βράδυ. Τα υπόλοιπα υλικά κατά βούληση.






Η διαδικασία αυτονόητη. Βράζω τα ζυμαρικά σε μπόλικο αλατισμένο νερό, δεν ακολουθώ τους χρόνους της συσκευασίας, δοκιμάζω συνεχώς, στραγγίζω αρκετά al dente, επιστρέφω στην κατσαρόλα και λαδώνω ελαφριά. Και όλα αυτά στην καινούρια μου κατσαρόλα, που μόνο καινούρια δεν είναι, την υπεξαίρεσα από ένα ντουλάπι κουζίνας που καθόταν από πάνω για βιτρίνα τα τελευταία 45 χρόνια τουλάχιστον.






Κόβω τη ντομάτα σε κυβάκια, το ίδιο και τη φέτα και συναρμολογώ. Λιγκουίνι, ντομάτα, φέτα, τόνος, λάδι από τον τόνο, πιπέρι, φρέσκια ρίγανη και έτοιμο.






Τόσο απλό. Να δω τώρα τι θα μου σούρουν όλοι όσοι με κατηγορούν για τις χρονοβόρες συνταγές μου. Ξέρω από τώρα τι θα πουν, σα να τους ακούω ήδη. "Δεν είναι δικιά σου η συνταγή κύριος, είναι του Βασίλη...". 



  


Και ξαναλέω, μπορεί να φαίνεται απλοϊκή, είναι όμως τόσο ταιριαστά τα επιμέρους στοιχεία που το σύνολο κερδίζει τις εντυπώσεις.






Η συγκεκριμένη εκδοχή απογειώνεται από τα απίθανα υλικά που χρησιμοποίησα, τόσο τα ζυμαρικά, η φέτα που είναι από τις καλύτερες που έχω βρει στην Αθήνα, οι ντομάτες στα καλύτερά τους αυτή την εποχή και φυσικά ο θεϊκός τόνος, επιβεβαιώνουν την κυρίαρχη τάση στη γαστρονομία τα τελευταία χρόνια, ότι δεν υπάρχει συνταγή, υπάρχει μόνο κορυφαία πρώτη ύλη και σεβασμός στη χρήση της.
Θα ξαναγοράσω τόνο Αλοννήσου; Χμμμ, δεν ξέρω, ίσως προτιμήσω να τον πάρω φρέσκο όποτε έχει ο ψαράς μου και να τον ψήσω όπως ακριβώς θέλω, όπου και μπορώ να τον βάλω σε μακαρονάδα. Ωστόσο, αυτή την εβδομάδα φάγαμε καλά, πολύ καλά...

Υ.Γ.: Έχει περάσει πολύς καιρός γι' αυτό το υστερόγραφο, όλο κάποιο άλλο έπαιρνε τη θέση του. Πριν μετακομίσουμε στην Αθήνα πήγα για λίγες τελευταίες δουλειές στη Θεσσαλονίκη και από την αγαπημένη μου κάβα πήρα μια μπύρα που με τράβηξε αποκλειστικά η ετικέτα της.






Ο νάνος, γαλλική, πολύ αρωματική και ωραία, την ήπιαμε στην Αθήνα όταν το σπίτι μας ήταν γιαπί και πολύ μας άρεσε οικογενειακώς. Και παρόλο που εδώ και πολύ καιρό προτιμούμε τις ελληνικές μπύρες, κυκλοφορούν πλέον απίθανες, μια στο τόσο μας αρέσουν και οι ξενόφερτες...

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Συνάντηση

Ο καιρός έφτασε, ελπίζω να έχετε γυρίσει όλοι και όσοι θα πάτε για μπάνια τον Σεπτέμβρη, όπως κι εμείς, ελπίζω να μη φύγετε μέχρι το Σάββατο. Ήρθε η ώρα να κεράσω όπως υποσχέθηκα, έστω και καθυστερημένα, για τα τρία χρόνια του blog,  για γιορτές και γενέθλια που πέρασαν αλλά πάνω απ' όλα για να γνωριστούμε, να τα πούμε από κοντά. Είμαι λίγο παλαιάς σχολής και βρίσκω την επικοινωνία μέσω διαδικτύου καλή μεν αλλά εντελώς απρόσωπη.
Είστε όλοι καλεσμένοι λοιπόν, το Σάββατο στις 29, κάτω από την αυγουστιάτικη πανσέληνο,  αν και θα είναι νωρίς για να μην κοιμούνται οι μικρές, στο χώρο της Πνύκας. Εμείς ανεβαίνουμε στο Φιλοπάππου από την είσοδο απέναντι από την Ακρόπολη, μόλις φτάσουμε στο εκκλησάκι κάνουμε δεξιά, μετά από λίγο είναι ένα παγκάκι με απίθανη θέα και το φυλάκιο του φρουρού στην είσοδο της Πνύκας. Μπαίνουμε μέσα και όπου βρούμε, όπου μας οδηγήσει το παιχνίδι των κοριτσιών θα σας περιμένουμε κατά τις 18:47 περίπου να κεραστούμε. Τι θα έχω; Ακόμα το σκέφτομαι αλλά κάτι με τραβάει σε αυτά.






Οι παλιοί θα τα θυμάστε, οι υπόλοιποι μπορείτε να δείτε αυτήν την ανάρτηση από τον πρώτο καιρό του blog. Από τότε, κι ενώ έχω κάνει πολλές φορές macarons, σοκολατένια κυρίως σε διάφορες παραλλαγές, τα συγκεκριμένα δεν τα ξαναέκανα από τότε. Μέχρι προχτές.
Νιώθοντας βαθιά υποχρεωμένος στη φίλη μου τη Λίζα για τη βοήθεια που μου έχει προσφέρει βάλθηκα να κάνω ό,τι καλύτερο μπορούσα. Ετοίμασα ασπράδια (μία εβδομάδα για να νερουλιάσουν όπως πρέπει), βρήκα τα καλύτερα φρούτα, έβαλα όλο το μεράκι και τη φροντίδα μου και το αποτέλεσμα τζίφος. Δείτε τα.






Είχαμε συγγενείς στο σπίτι, κάτι μου απέσπασε την προσοχή, το λάθος έγινε, δεν το κατάλαβα, η ζύμη μου φαινόταν περίεργη αλλά δεν ήξερα γιατί, αυτοσχεδίασα και προσπάθησα να τη διορθώσω, κουτσά στραβά τα κατάφερα και αναθάρρησα, στο ψήσιμο όμως βγήκε στη φόρα η τσαπατσουλιά, φούσκωσαν απότομα και άπλωσαν, βλέπετε το χαρακτηριστικό στεφανάκι να ξεχειλίζει σαν την κοιλιά μου πάνω από το κουμπί του παντελονιού. Κάπου εκεί και ψάχνοντας για την υπόλοιπη αμυγδαλόσκονη, βρήκα το λάθος και όχι την αμυγδαλόσκονη, ήταν ήδη μέσα στη ζύμη... Απογοήτευση, ανασκούμπωση, ευτυχώς τα σούπερ μάρκετ πουλάνε μπαγιάτικα αυγά, αγόρασα κάποια που έληγαν σε δύο μέρες, άρα ήταν τουλάχιστον ενός μήνα..., ξεδιάλεξα νερουλιασμένα ασπράδια και τα ξαναέφτιαξα.






Σχεδόν ίδια; Κι όμως, καμιά σχέση. Και για ευχαριστώ δεν δίνεις δεύτερο πράμα, καλά έκανα και τα ξαναέκανα. Δείτε και μια τομή.






Πλέον είμαι έτοιμος να τα κάνω τρίτη φορά σε μια εβδομάδα, τα σοκολατένια θέλουν περισσότερο κρύο, θέλουν χειμώνα. Το άλλο που σκέφτομαι είναι τα all time classic cookies, από τις πρώτες πρώτες αναρτήσεις του blog.






Για αλμυρό δεν ξέρω ακόμα, κάτι θα σκεφτώ αλλά μην περιμένετε και σπουδαία πράματα, δεν θα κάνουμε πικ νικ, ίσα να κεραστούμε. Εννοείται όποιος θέλει φέρνει και την μπύρα του ή το αναψυκτικό του μαζί, δεν έχω δυνατότητα να τα προμηθεύσω. Επίσης δέχομαι παραγγελιές. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να τις υλοποιήσω αλλά θα τις σκεφτώ, οπότε πείτε μου τι θα θέλατε και ίσως το φτιάξω. 
Σας περιμένω.

Υ.Γ.: Όποιος θέλει πληροφορίες για το μέρος ή χρειάζεται κάτι ή να με πάρει τηλέφωνο ή οτιδήποτε, ας αφήσει σε σχόλιο το email του (εννοείται δεν θα το δημοσιεύσω) και θα επικοινωνήσω μαζί του.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Μεξικάνικο...

Αφού ξεκίνησα από την προηγούμενη ανάρτηση να γράφω για ψευτοέθνικ κουζίνες, με πρώτη αναφορά στο κινέζικο, συνεχίζω σήμερα απτόητος μαγειρεύοντας μεξικάνικο, που πάλι είμαι σίγουρος ότι ουδεμία σχέση έχει με το αυθεντικό αλλά, δε βαριέσαι, είναι καλό... Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή. Με το που δημοσίευσα την ανάρτηση του κινέζικου ήρθε άμεσα σχόλιο - μήνυμα από μία αναγνώστρια, από τις συνολικά τέσσερις που απέμειναν να με διαβάζουν, ειδικά τώρα που γράφω αραιά. Έλεγε λοιπόν ότι έχει ένα γουόκ που μαζεύει σκόνη και δε χρησιμοποιείται ποτέ και ότι, εάν με ενδιαφέρει, με χαρά θα μου το δώσει. Σκεύος που δεν έχω, που θέλω, που κάθεται και σκονίζεται άπραγο, που θα του δώσω καινούρια ζωή, που θα το λειώσω στη χρήση, και όλα αυτά δωρεάν; Πέταξα τη σκούφια μου από χαρά και άμεσα είχα στην κουζίνα μου καινούριο παιχνίδι.
Επώνυμο, πολύ ποιοτικό, μεγάλο, τεράστιο, κελαηδάει πάνω στον διπλό καυστήρα του γκαζιού και χρησιμοποιείται συνεχώς για άπειρες μαγειρικές. Νουντλς, τηγανίσματα όπου λόγω μεγέθους πιτσιλάει ελάχιστα, μακαρονάδες αφού το νερό βράζει ταχύτατα και πιο γρήγορα από κάθε άλλο σκεύος, πιλάφια, τα πάντα. Του άξιζε μια ανάρτηση άμεσα και αφού κινέζικο έδειξα, σειρά είχε το μεξικάνικο, μπουρίτος με τα όλα τους.






Να κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση για τις καυτερές πιπεριές, απαραίτητο στοιχείο της μεξικάνικης κουζίνας. Υπάρχουν άπειρα είδη, η κάθε μία με διαφορετική γεύση, άρωμα και φυσικά ένταση, κάψα. Αυτές που έχουμε στην Ελλάδα είναι λιγότερο ενδιαφέρουσες, αν και δειλά δειλά αρχίζουν να καλλιεργούνται περισσότερες ποικιλίες. Αγαπημένες είναι οι jalapenos, πολύ αρωματικές, 






και πιο εύκολες να βρεθούν οι cayenne, σε διάφορα χρώματα, 






ενώ πολύ θέλω να δοκιμάσω τις πολύ γνωστές αλλά σπάνιες στην Ελλάδα όπως η scotch bonnet και η devil's penis. Τον τελευταίο καιρό τα τιμούμε τα καυτερά οικογενειακώς, σε κάθε μορφή, από την μαροκινή πάστα harissa, την ταϋλανδέζικη sriracha, το κλασσικό tabasco,  το πράσινο tabasco και κάθε άλλη hot pepper sauce που βρίσκω, μέχρι φυσικά τις φρέσκιες πιπεριές. Κάπως έτσι προέκυψε και η ιδέα για μεξικάνικο.
Όπως και με όλα, σκέφτηκα να ασχοληθώ με κάθε βήμα της διαδικασίας ξεχωριστά, να τα φτιάξω από το μηδέν, δηλαδή να φτιάξω και τις τορτίγες. Το μόνο που ήξερα γι' αυτές είναι ότι γίνονται από καλαμποκάλευρο, έψαξα λοιπόν να βρω τι και πώς. Οποία έκπληξη, ό,τι έβρισκα σε συνταγή για σπιτικές τορτίγες χρησιμοποιούσε σταρένιο αλεύρι και μόνο ελάχιστες καλαμποκίσιο και πάλι όμως μαζί με σταρένιο και σε μικρή αναλογία. Κάτι δεν πάει καλά, σκέφτηκα, και η απάντηση ήρθε από το Μεξικό. Βρήκα λοιπόν ότι εκεί για τις τορτίγες δεν χρησιμοποιούν καλαμπόκι απλά αλεσμένο σε καλαμποκάλευρο αλλά, όπως και τα παλιά χρόνια των ντόπιων ινδιάνων, καλαμπόκι επεξεργασμένο με ασβέστη, που το κάνουν χυλό, το στεγνώνουν και το τρίβουν σε αλεύρι. Σε αυτή τη μορφή λέγεται harina masa precocida, απαιτεί μόνο νερό και λίγο αλάτι για να γίνει ζύμη, ούτε baking powder ούτε σταρένιο αλεύρι ούτε κάποιο λάδι, και το βρήκα στον Θανόπουλο.






Για γέμιση θα χρησιμοποιήσω κιμά, όχι όμως όπως τον φτιάχουμε για τα μακαρόνια, σκέτο τσιγαριστό κιμά για να έχει μια αίσθηση περίπου σαν το burger, όπου κι εκεί το μπιφτέκι το κάνω μόνο με κιμά και αλάτι, τίποτε άλλο. Η υπόλοιπη γέμιση θα έχει κρεμμύδια, πιπεριές πράσινες και κόκκινες, jalapenos, φασόλια, καλαμπόκι, ντομάτα φρέσκια, δυόσμο και μια μαγιονέζα με αβοκάντο και jalapenos. Χαμός; Εννοείται, με ξέρετε ότι δε λέω όχι σε πλούσιες γεύσεις, αρκεί να υπάρχει ισορροπία.

Υλικά: 250γρ harina masa
            330γρ νερό
            μια πρέζα αλάτι
 για τη γέμιση: μισό κιλό κιμάς από στήθος μοσχαριού (ή βοδιού καλύτερα αλλά πού...)
                          δύο πράσινες πιπεριές
                          δύο πιπεριές Φλωρίνης
                          φασόλια
                          καλαμπόκι
                          ένα μεγάλο κρεμμύδι (και λίγη καστανή ζάχαρη και λίγο ξύδι)
                          φρέσκες καυτερές πιπεριές κατά βούληση
                          ντομάτα φρέσκια κομμένη σε κυβάκια
                          ψιλοκομμένος φρέσκος δυόσμος
                          τριμμένο τυρί, προτιμώ το τσένταρ
                          αλάτι
 για τη μαγιονέζα: ένας κρόκος αυγού
                                ένα κουταλάκι μουστάρδα
                                100ml ηλιέλαιο
                                50ml ελαιόλαδο
                                μισό αβοκάντο
                                μία jalapeno
                                χυμό από μισό λάιμ
                                αλάτι






Οι ποσότητες για τη γέμιση είναι στο περίπου, ανάλογα πόσο μεγάλες θα είναι οι τορτίγιες μας και πόσο πλούσιες θα τις κάνουμε αλλά και να περισσέψει κάτι τρώγεται άνετα μόνο του σαν συνοδευτικό.






Για παράδειγμα το καλαμπόκι, αν πάρουμε έτοιμο θα είναι μια κονσέρβα που είναι αρκετό, αρκεί να μην επιτεθούν πεινασμένες μικρές μόλις τη δούνε και πριν προλάβει να μπει στη γέμιση, αν πάλι πάρουμε φρέσκο και το ψήσουμε, που το συνιστώ για ανώτερο αποτέλεσμα, ε, δε θα ανάψεις ολόκληρη ψησταριά για μισή ρόκα, θα ρίξεις μερικά να έχεις και για φρούτο. Το ίδιο και τα φασόλια, δεν ήθελα κονσέρβα, έπρεπε να είναι κόκκινα ή μαύρα όπως στο Μεξικό αλλά οι άτιμες οι χάντρες που είναι τώρα στην εποχή τους είναι τόσο όμορφες και νόστιμες που δεν κρατήθηκα και τις πήρα.






Ξεκινάω με τη μαγιονέζα, διαδικασία απλή, εύκολη και γνωστή, την έχω αναφέρει πολλές φορές. Μουστάρδα και κρόκος σε μπασίνα, ανακάτεμα, σιγά σιγά το λάδι και ανακάτεμα με τον αυγοδάρτη, αλάτι και από εδώ αρχίζει η σημερινή παραλλαγή, μισό αβοκάντο, μία καυτερή πιπεριά και χυμός από μισό λάιμ στο μπλέντερ, ίσως βοηθήσει λίγο λάδι να γίνει μια πάστα, δε μας χαλάνε ευδιάκριτα κομματάκια πιπεριάς ή αβοκάντου, και τελικό ανακάτεμα με τη μαγιονέζα. Έτοιμη, πικάντικη και πεντανόστιμη.






Τα φασόλια τα καθαρίζω και τα βράζω σε χαμηλή φωτιά με λίγο αλάτι, όπως τα κάνω για πιάζ, μέχρι να μαλακώσουν αλλά να μη διαλυθούν.
Ζύμη. Τα υλικά σε ένα μπολ, λίγο ζύμωμα και έτοιμη. Βλέπετε ότι το νερό είναι μιάμιση φορά περίπου παραπάνω από το αλεύρι, καμιά σχέση με τις κοινές ζύμες όπου το νερό είναι πάντα πολύ λιγότερο από το αλεύρι. Το τραβάει όμως το νεράκι του το καλαμπόκι αυτού του τύπου, μη το φοβάστε. Σκεπάζω με πετσέτα, αφήνω να ξεκουραστεί και ανάβω τη φωτιά. Αυτό το βήμα είναι προαιρετικό, γίνονται μια χαρά στο μαντεμένιο τηγάνι ή σε κάθε τηγάνι αλλά είπα να κινηθώ παραδοσιακά, φωτιά και κεραμική πλάκα. Ήθελα εξάλλου να ψήσω και τα καλαμπόκια...






Τώρα χρειάζεται ένα σκεύος που υπάρχει σε κάθε μεξικάνικο σπίτι, η πρέσα για τορτίγιες. Δεν έχω, έχω όμως πολύ βάρος. Κάνω με τη ζύμη μπαλάκια, απλώνω δύο λαδόκολλες, στη μέση ένα μπαλάκι και πατάω με τον μεγάλο μαντεμένιο νταβά μέχρι να λεπτύνει. Με τον πλάστη δε γίνεται, η ζύμη δεν είναι συνεκτική και διαλύεται, γι' αυτό απαιτούνται και οι λαδόκολλες, αν πασπαλίσουμε με αλεύρι δε θα καταφέρουμε και πολλά. Έτοιμη, μπαίνει στην πλάκα που έχω προθερμάνει καλά, η θερμοκρασία της ψησταριάς ήταν πάνω από 300 βαθμούς. Αντίστοιχα, αν τις κάνουμε στο τηγάνι πρέπει να κάψει πολύ καλά.






Πάντως η κεραμική πλάκα που έχει η ψησταριά μου κατασκευάζεται στο Μεξικό και το έχει χαραγμένο με μεγάλα γράμματα πάνω της, ίσως το πιο αυθεντικό κομμάτι σε όλη τη συνταγή...
Την αφήνω μέχρι να φουσκώσει και να πάρει λίγο χρώμα από κάτω, τη γυρίζω, ξαναγυρίζω μια φορά και έτοιμη. Όταν βρήκα λίγο  ρυθμό έβαλα περισσότερες πάνω στην πλάκα.






Κάθε μία που βγαίνει την κρατάω ζεστή, τυλιγμένη σε πετσέτα μέσα στον ίδιο νταβά που χρησιμοποιώ για πρέσα.






Όσο ψήνονται οι τορτίγες ετοιμάζω τα λαχανικά, κόβω δηλαδή σε ροδέλες τις πιπεριές και το κρεμμύδι, σε καρεδάκια τη ντομάτα, ψιλοκόβω τον δυόσμο και την καυτερή πιπεριά.






Όλα έτοιμα για να μπει ο πρωταγωνιστής στη φωτιά, το γουόκ. Καλή προθέρμανση, που στο μεγάλο φλόγιστρο στο γκάζι σημαίνει μερικά δευτερόλεπτα, λίγο λάδι, κούνημα να πάει παντού και μέσα ο κιμάς. Κανονικά τον σπάω με τα χέρια σε κομμάτια αλλά φωτογραφικούς λόγους τον έριξα όπως ήταν.






Κανένα πρόβλημα, έτσι κι αλλιώς θέλει καλό σπάσιμο σε πολύ μικρά κομμάτια με την ξύλινη κουτάλα και συνεχές ανακάτεμα. Δεν θέλω απλά να αλλάξει χρώμα και να γίνει γκρίζος, θέλω να ψηθεί. Αλατίζω, ρίχνω και λίγο πιπέρι και ανακατεύω συνεχώς. Μόλις σωθούν τα υγρά του θα αρχίσει πάλι να τσιτσιρίζει, ενώ μυρωδιά ψητού κρέατος απλώνεται στο χώρο (άτιμε απορροφητήρα, ακόμα δεν ξέρω τι να κάνω με την πάρτη σου αλλά πρέπει να βρω λύση επιτέλους...). Μόλις πάρει έντονο σκούρο χρώμα τον βγάζω σε ένα πιάτο, ρίχνω λίγο λάδι στο γουόκ και προσθέτω τα κρεμμύδια. Πλέον χαμηλώνω λίγο τη φωτιά, τα αλατίζω, τα σωτάρω ελαφριά, προσθέτω λίγη καστανή ζάχαρη, λίγο ξύδι και τα αφήνω να πάρουν χρώμα. Δεν θα καραμελώσουν, απαιτείται πολλή ώρα γι' αυτό. Πιο πολύ θα ψηθούν, περίπου όπως γίνονται όταν τα βάζουμε σε ροδέλες σε δυνατή ψησταριά.






Σειρά έχουν οι πιπεριές, όχι όμως οι καυτερές, αυτές τις θέλω ωμές. Επίσης δυναμώνω ξανά τη φωτιά, δεν θέλω να μαγειρευτούν, ίσα να σοκαριστούν λίγο και να μείνουν όμορφες και ζωντανές, προλαβαίνουν να φέρουν μόνο δυο τρεις στροφές.






Έτοιμα όλα, συναρμολόγηση. Εδώ θα αποκαλύψω και τη μεγάλη μου αποτυχία, που ευτυχώς δε με χάλασε τόσο ώστε να αναβάλω την ανάρτηση. Η ζύμη είναι πολύ δύσκολο να ανοίξει σε μεγάλο μέγεθος και είναι πολύ δύσκολο με αυτό το μέγεθος να τυλιχτεί ένα σωστό μπουρίτο με τα όλα του. Κανένα πρόβλημα, θα γίνει ανοιχτό, ακριβώς όπως κάνω και τις quesadillas, με τυριά και μυρωδικά.






Μια γενναία κουταλιά πικάντικη μαγιονέζα, μπόλικος κιμάς, φασόλια και καλαμπόκι, ντομάτα ωμή, πιπεριές με κρεμμύδια, ψιλοκομμένος δυόσμος και καυτερη πιπεριά.






Από πάνω τρίβω λίγο τυρί, θα βοηθήσει να κολλήσουν οι τορτίγες. Προτιμώ το τσένταρ αλλά σήμερα δεν είχα και έβαλα παρμεζάνα. Σκεπάζω με τη δεύτερη τορτίγια και τις βάζω στο μαντεμένιο τηγάνι που έχω ζεστάνει αλλά όχι σε πολύ ψηλή φωτιά.






Γυρίζω με προσοχή, αφήνω λίγο ακόμα και έτοιμη προς κατανάλωση. 






Το κάτι άλλο. Πολύ έντονες γεύσεις, δεμένες όμως μεταξύ τους, παράξενα οικείες, η δικιά μου έξτρα καυτερή, έβαλα μια ολόκληρη jalapeno, πύραυλος.






Δεν υπάρχει πρωταγωνιστής, όλα ισορροπούν. Με μια εξαίρεση όμως. Η τορτίγια μοσχοβολάει καλαμπόκι, απίθανη, καμία σχέση με τις έτοιμες της αγοράς. Η διαφορά είναι τεράστια και σίγουρα αξίζει η ταλαιπωρία (ευχαρίστηση για μένα...) να γίνει.
Όμως έταξα μπουρίτος και μπουρίτος δεν έδειξα. Μπόλικο νερό στο κρασί μας και επανορθώνω άμεσα με... ετοιματζίδικες τορτίγες. Τόσος πρόλογος, τόση φασαρία για να χρησιμοποιήσω τελικά (και) έτοιμες.






Η διαδικασία συναρμολόγησης η ίδια, στην επάνω φωτό έχω βάλει μέχρι και την καυτερή, σειρά έχει ο δυόσμος και το τυρί.






Δίπλωμα τα πλαϊνά προς το κέντρο και τύλιγμα σε ρολό. Το τυρί το έχω βάλει από εκεί που θα κλείσει στο τέλος ώστε να κολλήσει το άνοιγμα και να στερεώσει το μπουρίτο. Κι αυτό στο τηγάνι με την ένωση προς τα κάτω να ενωθούν τα υλικά.






Το γυρίζω μόλις πάρει λίγο χρώμα, αφήνω λίγο ακόμα και έτοιμο.






Να δούμε και την τομή.






Χμμμ, δύσκολα τα πράματα. Δεν ξέρω ποιο να προτιμήσω. Δεν υπάρχει σύγκριση στις τορτίγες, τελείως άλλη κλάση η σπιτική, και σε άρωμα και σε γεύση. Το σχήμα όμως;






Δεν είναι τυχαίο που τα μπουρίτος είναι τόσο δημοφιλή. Η γέμιση μαζεύεται στο κέντρο, μπερδεύονται όλα και όλα παραμένουν ευδιάκριτα, είναι πιο ζουμερό, είναι εν τέλει πιο πλούσιο για ίδια ποσότητα γέμισης.






Περιττό να πω ότι έφαγα άπειρα, έσκασα. Δοκίμασα την πρώτη δικιά μου τορτίγια που βγήκε από τη φωτιά, στην αρχή σκέτη, μετά με μαγιονέζα, την υπόλοιπη και με πιπεριές... Μετά συναρμολόγησα κανονικά, φωτογράφισα, τσάκισα. Και εννοείται τσάκισα και το μπουρίτο που επίσης φωτογράφισα.






Ενδιάμεσα έφτιαξα και των κοριτσιών, τις καταευχαριστήθηκαν και τις δύο εκδοχές, έφαγαν απ' όλα.
Και για επιδόρπιο; Μια δικιά μου τορτίγια με δύο δάχτυλα nutella πάνω της. Δεν έχω όμως φωτογραφία από αυτή, έγινε μάχη πριν ακουμπήσει το πιάτο...
Λίζα ευχαριστούμε πολύ για το τέλειο δώρο, να είσαι σίγουρη ότι θα λάβει την προσοχή αλλά και τη σκληρή χρήση που του αξίζει...

Υ.Γ.: Και να ήταν μόνο το γουόκ; Μέσα του είχε και ένα έξτρα δωράκι.






Γλυκό κεράσι, γλυκό φράουλα και μαρμελάδα βερύκοκο. Τα γλυκά φαγώθηκαν άμεσα, η μαρμελάδα περιμένει τη σειρά της, έχω πολλές στο σπίτι αυτή τη στιγμή. Όνειρο...