Αυτό πια δεν είναι κουζίνα, είναι το γεφύρι της Άρτας. Έχει ξεκινήσει από το Μάρτιο και οι δουλειές και οι εκκρεμότητες καλά κρατούν. Δυστυχώς ο πρωτομάστορας είναι... γυναίκα οπότε δεν μπορούμε να θυσιάσουμε τη γυναίκα του μπας και προχωρήσει η δουλειά, δεν έχουμε καμιά ελπίδα, παρά μόνο υπομονή. Και μπορεί να μαγειρεύουμε από τις αρχές Ιουνίου αλλά μας λείπει ένα βασικό, βασικότατο, ο απορροφητήρας και μερικά δευτερεύουσας σημασίας, όπως το μεγάλο ψυγείο και ένα κρεμαστό για τα τηγάνια και τα κατσαρολικά πάνω από τη νησίδα. Σήμερα όμως έγινε ένα μεγάλο βήμα μπροστά, μπήκαν επιτέλους τα ράφια στον τοίχο και, αν και ημιτελής, πλησιάζει στην τελική της μορφή και πρέπει επιτέλους να τη δείτε και να σας πω και λίγη από την ιστορία της.
Εννοείται ότι τα γεγονότα δε θα είναι με χρονολογική σειρά, θα κάνω το καγκουρό πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο όπως μου έρχονται στη μνήμη. Και πρώτο και καλύτερο τα ράφια που μπήκαν σήμερα.
Ο προπάππους μου ήταν βαρελάς, και το κύριο ξύλο που έφτιαχνε τα βαρέλια του ήταν αυτό που αφθονούσε στο χωριό του, οι καστανιές. Στις αρχές του '60 ο προππάπους απεβίωσε, μετά από λίγα χρόνια και ο γιος του, και κάποια κομμάτια από καστανιά δεν πρόλαβαν να γίνουν βαρέλια. Σε ένα καλύβι στα χωράφια, που χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη, ο πατέρας μου βρήκε δύο τέτοια κομμάτια στα τέλη του '70, τα μάζεψε και τα φύλαξε στο δικό του υπόγειο. Δεν τα χρησιμοποίησε πουθενά, παρόλα τα άπειρα μικρά και μεγάλα έπιπλα που έφτιαξε ο ίδιος. Πριν μερικά χρόνια απεβίωσε κι αυτός, και τα ξύλα κάθονταν στο σκοτάδι περιμένοντας.
Ήξερα την ύπαρξή τους και όπως έφτιαχνα την ιδανική κουζίνα στο μυαλό μου υπήρχαν κι αυτά, αρκεί να ήταν σε καλή κατάσταση. Και ήταν. Η φωτό είναι ακριβώς πριν τη μετακόμιση από το Λιτόχωρο, την τράβηξα για άλλο λόγο, όχι για το blog, οπότε φαίνονται και άσχετα μαζί.
Τα έφερα στην Αθήνα και ξεκίνησα το καθάρισμά τους. Όχι πολύ εύκολη δουλειά αν δεν έχεις τα κατάλληλα εργαλεία, αρκετή ταλαιπωρία στην αρχή, μετά όμως ολοκλήρωσα τον πάγκο ξυλοεργασιών στο πρόχειρο εργαστήρι που έστησα στο μπαλκόνι και αγόρασα και την καταπληκτική, μοναδική, χειροκίνητη πλάνη της veritas. Πλέον η δουλειά προχωρούσε με ρυθμό, τα έκοψα στη μέση να γίνουν τα τέσσερα ράφια, καθάρισα από τα δύο το σομφό ξύλο (το τμήμα που μεταφέρει τους χυμούς στο δέντρο, ακριβώς κάτω από το φλοιό) που ήταν εύθριπτο και έψαχνα να βρω τι θα χρησιμοποιούσα για προστασία.
Εννοείται δεν ήθελα κανένα λούστρο και τα συναφή, μόνο φυσικά πράματα, όπως το λινέλαιο. Τελικά προτίμησα το shellac, κυρίως για την εντελώς ουδέτερη απόχρωση που έχει, μια που τα ξύλα ήταν ήδη αρκετά σκούρα. Το shellac είναι ρητίνη που εκκρίνεται από το θηλυκό έντομο lac, επίσημη ονομασία Laccifer lacca, στην Ινδία και την Ταϋλάνδη. Διαλύεται σε αιθανόλη και χρησιμοποιούνταν στην επιπλοποιία τον 19ο αιώνα, αντικαταστάθηκε όμως από τα σύγχρονα, πολύ φθηνότερα, και εντελώς δηλητηριώδη, προϊόντα. Μετά την επεξεργασία με το shellac χρησιμοποίησα φυσικό κερί (μείγμα από μέλισσας και carnauba) και έγιναν κάπως έτσι.
Απίθανα νερά, σχεδόν τρισδιάστατα, με αδρή όψη αλλά μεταξένια στην υφή, με κάποιες ατέλειες από το χρόνο επίτηδες αφημένες στη θέση τους, πανέμορφα. Σήμερα πήρα επιτέλους τις βάσεις τους και όλο το μεσημέρι μαστόρευα για να μπουν στον τοίχο.
Έβαλα κάποια πράματα επάνω τους αλλά έχω ακόμα να ανοίξω κούτες και να τακτοποιήσω. Δείτε μια προσωρινή εικόνα για το πώς είναι τώρα.
Εκεί αριστερά φαίνεται το σερβίτσιο μινιατούρα που έχουμε χρόνια τώρα στη συρταριέρα μας, όλο λέγαμε να βρούμε μια θέση στην κουζίνα να μπει και επιτέλους βρήκε τη θέση του.
Ούτε εκεί θα μείνουν όμως, ακριβώς από κάτω υπάρχει αναμονή για φωτιστικό και δεν θέλω με τίποτα κρυφό φωτισμό κάτω από το ράφι. Μάλλον θα μπει κάποιο πορτατίφ ακριβώς εκεί στη γωνία. Ίδωμεν.
Άλλο τεράστιο κεφάλαιο ο πάγκος της νησίδας. Τον ήθελα ξύλινο, κατά προτίμηση δρύινο, και τεράστιο. Έχω ξαναγράψει γι' αυτόν παλιότερα, τον έφερα από το Λιτόχωρο με τα ξύλα απλά κολλημένα μεταξύ τους, τον έτριψα, τον γυάλισα, του έβαλα τα φυσικά λάδια της auro και έγινε όπως ακριβώς τον φανταζόμουν.
Ενώ είναι πολύ λείος, έχει μια απίστευτα φυσική αίσθηση, πιάνεις και νιώθεις τα νερά του ξύλου, δεν είναι σκεπασμένα από ένα στρώμα λούστρου, όπως ό,τι άλλο έβλεπα σε ξύλινο πάγκο. Η δικαιολογία όλων ήταν ότι πρέπει να είναι εντελώς αδιάβροχος και να αντέχει. Καλώ όλους αυτούς λοιπόν να έρθουν σε πενήντα χρόνια από τώρα να δούμε πώς θα είναι ο πάγκος μου... Τώρα, ακόμα και μετά από τρεις μήνες που είναι στη θέση του, όταν περνάω δίπλα του το χέρι μου ασυναίσθητα περνάει από πάνω του και τον χαϊδεύω.
Και πάνω στον πάγκο βρίσκονται οι εστίες. Εκεί ήμουν απόλυτος, από τότε που πήρα τις εστίες της griswold είδα το φως μου με το γκάζι, ορκίστηκα ότι θα μαγείρευα σε τέτοιο ακόμα κι αν δεν είχαμε φυσικό αέριο. Και δεν έχουμε. Υπάρχουν όμως μποτίλιες...
Αντικειμενικά η smeg έχει πολύ όμορφα προϊόντα, ίσως όχι τόσο ποιοτικά αναλογικά με τη τιμή τους αλλά οι εστίες της δεν παίζονται. Όμως αν ξανάπαιρνα ίσως να μην έπαιρνα τις ίδιες. Ήθελα πέντε φλόγιστρα, όχι τόσο για τον αριθμό, μου φτάνουν και τα τέσσερα, ήθελα όμως την έξτρα ισχύ του κεντρικού, που είναι φωτιά και λάβρα κανονική. Όμως έτσι δεν υπάρχει πολύς χώρος, αν χρησιμοποιώ το κεντρικό δε χωράνε μεγάλα σκεύη στα υπόλοιπα. Από την άλλη για να έχω και δυνατό φλόγιστρο και χώρο έπρεπε να δώσω πολλά περισσότερα, οπότε καλές είναι κι αυτές. Από κάτω τους φαίνονται τα τρία συρτάρια που ήθελα, ένα ρηχό για όλα τα εργαλεία, που τελικά χωράει και τα μαχαιροπίρουνα, ένα κανονικό για τις μπασίνες και τα μικρά ή ρηχά κατσαρόλια και ένα βαθύ για τις μεγάλες κατσαρόλες. Δείτε πώς είναι η νησίδα και από το πλάι.
Γενικά παντού υπάρχει σχεδιασμός ανάλογα με τις ανάγκες, για παράδειγμα το ντουλάπι κάτω από τον φούρνο είναι κοντό, δεν έχει κανονικό ύψος. Φυσιολογικά θα ήταν ενιαίο. Όμως όχι, έχει τρία επίπεδα, πολύ ρηχά μεν αλλά που χωράνε άνετα όλα τα ταψιά, που δεν είναι και λίγα...
Ο τεράστιος πάγκος, 330 εκατοστά απ' άκρη σ' άκρη και 95 εκατοστά πλάτος, δεν έχει μόνο ντουλάπια από κάτω του. Από την έξω μεριά, από το σαλόνι, έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη, που ποτέ δεν είναι αρκετές στο σπίτι μας, κατευθείαν γέμισε κι αυτή.
Μάλιστα, στην αρχή αφήσαμε άδειο το ακριανό ράφι, παίζαν οι μικρές. Μάλιστα, μία κυρία το χρησιμοποιούσε σε στιγμές υπέρτατης θλίψης προκειμένου να απαλύνει τον πόνο της μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.
Τελικά κι αυτό γέμισε με βιβλία, χάθηκε η καβάτζα για κλάμα.
Πρίζες υπάρχουν παντού, γι' αυτό και η άκρη του πάγκου φιλοξενεί τοστιέρες και καφετιέρες.
Για τον μαρμάρινο νεροχύτη έχω γράψει και παλιότερα, είναι πολύ όμορφος, τεράστιος, καθαρίζει πανεύκολα, χωράει να πλύνω πολύ άνετα ακόμα και το μεγαλύτερο ταψί και ό,τι πιάτο ή ποτήρι πέσει πάνω του σπάει...
Πολύ ψάξιμο έριξα για την στραγγιστήρα. Δεν ήθελα με τίποτα πλαστική και έβρισκα μόνο κάτι μέτριες και απρόσωπες inox, που δε με ικανοποιούσαν. Οι πρώτες κάνουν τρία ευρώ, οι inox δεκαπέντε, τελικά βρήκα μία με εξηνταπέντε. Είναι όμως ιδιαίτερη, όμορφη στα μάτια μου και οι αναστολές έφυγαν λόγω του χρόνου που σπατάλησα για να τη βρω.
Με πολύ χώρο αλλά ποιος νοιάζεται για τέτοια ποταπά, από κάτω της είναι το πλυντήριο πιάτων, μεταλλική, με ένα περίεργο χρώμα του σίδερου, όχι ακριβώς σα σκουριά, που βρήκα και μία τέτοια επίσης πολύ καλή και εξίσου ακριβή, ταιριάζει στο ύφος της όλης κουζίνας.
Ψάξιμο όμως ρίξαμε οικογενειακώς και για τα χερούλια. Στο κέντρο, πίσω από την Αθηνάς υπάρχει ένας δρόμος όπου όλα τα μαγαζιά πουλάνε χερούλια. Τα γυρίσαμε σχεδόν όλα, μεγάλες αποκλίσεις στις τιμές και στην ποιότητα αλλά δύο γεγονότα με άγγιξαν. Ήθελα χούφτες και οι περισσότερες που υπάρχουν έχουν επάνω τους στην άκρη δύο βίδες, ψεύτικες. Όλα τα χερούλια βιδώνονται πλέον από πίσω, οπότε θεώρησαν ότι έπρεπε να μη λείπουν οι βίδες και βάλαν ψεύτικες. Μακριά από μας, μου θυμίζουν κάτι κολώνες και καλά σαν αρχαίες που βάζουν οι δήμαρχοι στην πλατεία στα Άνω Δρυμίκλανα, για να δείξουν πολιτισμό. Οι κολώνες όμως είναι για να στηρίζουν κάτι, έτσι τις χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι, και οι βίδες για να βιδώνουν. Ψεύτικα δεν θέλουμε, μας φτάνουν οι πολιτικοί μας. Το άλλο αξιοπερίεργο που είδα ήταν σε μία, κατά τα άλλα αξιόλογη, χούφτα που μπροστά, φάτσα κάρτα έλεγε το όνομα της εταιρίας που τις φτιάχνει, τύπου "μεταλλοπλάστ"... Τόσο περήφανος είναι πια ο ιδιοκτήτης που θεωρεί ότι πρέπει να το βλέπουν όλοι; Τι να πω.
Τελικά βρήκαμε κάποιες που μας άρεσαν στο προτελευταίο μαγαζί, τις παραγγείλαμε και όταν πήγα να τις πάρω μου είπε ότι δεν υπάρχουν πια. Εκεί είπα θα πάρω από το ΙΚΕΑ, που ήταν καλές, από τις πιο ποιοτικές που είδα αλλά λίγο πιο γυαλιστερές απ' ό,τι θα τις ήθελα. Μπήκα όμως πρώτα στο τελευταίο μαγαζί, και voila, επιτυχία.
Το καλύτερο; Είναι οι φθηνότερες που βρήκα, πιο φθηνές ακόμα κι από του ΙΚΕΑ. Χαλάλι το ψάξιμο και η επιμονή, στο τελευταίο πραγματικά μαγαζί κρύβονταν. Για τα μεγάλα συρτάρια κάτω από τις εστίες σκέφτηκα να βάλω μακριές ράβδους για χερούλια, έκανε η μία όσο όλα τα υπόλοιπα χερούλια μαζί και σφύριξα αδιάφορα αγοράζοντας άλλες τρεις χούφτες.
Σε παλιότερη ανάρτηση είχα δείξει λίγο πώς ήταν η κουζίνα στο σπίτι πριν τη γκρεμίσουμε. Μετά από απαίτηση της crispy, και χατήρια δε χαλάω, με ξέρετε, δείτε τη μία όψη της πώς ήταν
και πώς έγινε,
και η άλλη όψη της πώς ήταν
και πώς έγινε.
Και η μεγαλύτερη αλλαγή στο πριν και μετά είναι η θέα από το σαλόνι, το πριν δεν υπάρχει, είναι ένας άσπρος τοίχος και τώρα είναι αυτό.
Τι θα άλλαζα ή θα έφτιαχνα αλλιώς εκτός από τις εστίες; Το χειρότερο σημείο για μένα είναι η κορνίζα στο πάνω μέρος της πιατοθήκης, εντελώς έξω από το στυλ της υπόλοιπης κουζίνας αλλά και αρκετά δύσκολο να αλλάξει, ίσως ασχοληθώ αργότερα, αν και το συνηθίζουμε με τον καιρό.
Μικρότερο φάουλ είναι η πόρτα του πλυντηρίου, ήθελα να έχει εμφανή μετώπη, να βλέπω την οθόνη αλλά έτσι είναι η μόνη πόρτα που δεν έχει χερούλι. Και αισθητικά, παρόλο που δεν τη λες και μίνιμαλ την κουζίνα, εκεί θα ταίριαζε μια πιο καθαρή γραμμή χωρίς οθόνες και κουμπάκια.
Το μεγάλο αγκάθι είναι ο απορροφητήρας. Αναγκαστικά το μπουρί θα έχει γωνίες, και το χειρότερο, και κάθοδο, οπότε για να δουλεύει ικανοποιητικά πρέπει το μοτέρ να είναι έξω. Είμαι μεταξύ δύο λύσεων, μιας πανάκριβης και πολύ ωραίας και μιας ακριβής που απαιτεί όμως πολύ δουλειά για να γίνει εξίσου ωραία. Ίδωμεν. Όταν βρούμε λεφτά θα πάρουμε και μεγαλύτερο ψυγείο, άλλη μεγάλη ιστορία κι αυτή. Σε επόμενη ανάρτηση όμως, μαζί με τα σχέδια που κάνω για την τραπεζαρία. Και σταματώ εδώ γιατί κάθε φορά που ξαναδιαβάζω την ανάρτηση προσθέτω και κάτι που θυμάμαι. Δεν έγραψα για το τεράστιο σανίδι κοπής, για τον μπουφέ που θέλω να βάλω στον απέναντι τοίχο, για, για...
Υ.Γ.: Ένα από τα κακά της μετακόμισης είναι ότι δεν ξέρω πού να βρω αυτά που ψάχνω, πράματα που στη Θεσσαλονίκη τα έβρισκα σε πέντε λεπτά με το μηχανάκι μου. Θέλουμε λοιπόν να βάλουμε σε ένα τοίχο αυτό το σκίτσο της Dautremer από ένα βιβλίο της που έχουμε.
Πού μπορούμε να το σκανάρουμε, να ενώσουμε τις δύο εικόνες γιατί είναι σε δύο σελίδες και να την τυπώσουμε σε μεγάλο μέγεθος; Ε; Ξέρει κανείς; Και, παρακαλώ πολύ, μη μου απαντήσουν οι Θεσσαλονικείς "στον Γαλόνη"...





















