Πριν από λίγους μήνες είχα γράψει μια ανάρτηση με θέμα τις
πιο βαθιές μου επιθυμίες, αυτές που με στοιχειώνουν, που ελπίζω κάποια στιγμή να πραγματοποιήσω. Από τότε μόνο με μία τα κατάφερα, το πράσινο αυγό, ενώ όλες οι άλλες παραμένουν όνειρα χειμερινής λιτοχωρίτικης νυκτός. Ωστόσο, μια προσεκτική ματιά στις επιθυμίες μου αποκαλύπτει ότι είναι μάλλον λίγο... περίεργες, λίγο εξτρίμ, λίγο τούματς (φοβερά τα ελληνικά μου σήμερα...). Γιατί το λέω αυτό; Γιατί σχεδόν τίποτα από όλη τη λίστα δεν υπάρχει στην Ελλάδα, τίποτα δεν βρίσκω στα μεγάλα και γνωστά μαγαζιά με κουζινικά. Απόδειξη; Πριν λίγες μέρες πήρα μια δωροεπιταγή από γνωστή αλυσίδα καταστημάτων, που εάν ερχόταν μερικά χρόνια πριν θα πετούσα τη σκούφια μου. Τότε δεν θα ήξερα τι να πρωτοπάρω, τώρα δεν ξέρω τι να πάρω. Μήπως τελικά έχουν δίκαιο όλοι αυτοί που μου λένε ότι έχω άπειρα σκεύη; Τι να πω, διαφωνώ. Θέλω πάρα πολλά ακόμα, πολύ συγκεκριμένα όμως και ας είναι καλά το ίντερνετ που τα βρίσκω και ας είναι κακά αυτοί που μας φτάσαν τους μισθούς μας εκεί που είναι και παραμένουν όλα επιθυμίες...
Μαζί με τη δωροεπιταγή ήρθε όμως και ένα άλλο δώρο, ένα σετ χύτρες ταχύτητας της fissler. Αν και πάλι με έπιασε το κατιτίς μου, αφού ήθελα η πρώτη μου χύτρα να είναι της ελβετικής kuhn rikon που επίσης δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα, έβαλα νερό στο κρασί μου. Είναι εξάλλου από την καλή σειρά, πολύ ποιοτικές και αποφάσισα άμεσα να τις δοκιμάσω.
Χύτρα όμως έχω χρησιμοποιήσει, δανεική, στη Θεσσαλονίκη μόνο για ζωμούς. Για όλα τα άλλα προτιμώ το σιγανό μαγείρεμα στις χάλκινες και μαντεμένιες κατσαρόλες μου που τις λατρεύω. Αυτονόητα λοιπόν και με μεγάλη προσμονή η πρώτη δοκιμή θα δώσει ζωμό μοσχαριού, που γίνεται και στην κατσαρόλα αλλά απαιτούνται ώρες και ώρες μαγειρέματος για αξιόλογο αποτέλεσμα. Με τη χύτρα όλα απλοποιούνται και το αποτέλεσμα είναι τουλάχιστον ισάξιο, αν όχι ανώτερο της κατσαρόλας.

Οι ζωμοί είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο στις επαγγελματικές κουζίνες και, δυστυχώς, πολύ μικρό στις οικιακές. Είναι ο λόγος που πολύς κόσμος αναρωτιέται γιατί το φαγητό που φτιάχνει στο σπίτι δεν είναι τόσο νόστιμο όσο αυτό που τρώει στο καλό εστιατόριο, αν και ακολουθεί κατά γράμμα τη συνταγή από το βιβλίο του σεφ. Είναι γιατί όταν λέει ο σεφ τόσο σκούρο ζωμό κότας, δεν εννοεί βραστό νερό με ένα κύβο. Εννοεί φτερά και σβέρκη κότας ψημένα και μετά βρασμένα για ώρες μέχρι να τους βγει εντελώς το ζουμί τους αλλά και η ζελατίνη τους. Αυτό είναι και το μεγάλο μειονέκτημα των κύβων, όσο καλοί κι αν είναι δεν πρόκειται ποτέ να δέσουν μια σάλτσα, δεν έχουν κολλαγόνο. Το άλλο μειονέκτημά τους είναι ότι στην ουσία είναι αλμυρό γλουταμινικό νάτριο, με ελάχιστες διαφορές από κύβο σε κύβο και καμιά σχέση με ένα στιβαρό ζωμό από κόκκαλα.
Στο σπίτι χρησιμοποιώ τρεις διαφορετικούς ζωμούς, σκούρο κότας, άσπρο κότας και μοσχαριού. Αυτά είναι τα πασπαρτού, μπορούν να καλύψουν όλες τις απαιτήσεις. Έχω φτιάξει και αρνιού αλλά είναι εξαιρετικά χρονοβόρος ακόμα και στη χύτρα, ενώ από την άλλη οι ζωμοί λαχανικών και ψαριού γίνονται πολύ γρήγορα οπότε δεν απαιτείται να είναι έτοιμοι από πριν, τους φτιάχνω όταν τους χρειάζομαι. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις και μόνο αν ταΐζω κανα περίεργο χορτοφάγο θα φτιάξω, επίσης επί τόπου, ζωμό μανιταριών.
Για τον ζωμό μοσχαριού θέλουμε κόκκαλα και κρέας σε καλή αναλογία, που μας την προσφέρει η ουρά, το ποντίκι και το μηριαίο οστό. Εδώ υπάρχει και μια παρεξήγηση, ενώ το βοδινό έχει σαφώς πιο έντονη και βαθιά γεύση από το μοσχάρι, όταν πρόκειται για κόκκαλα προτιμούμε του μοσχαριού. Όσο μεγαλώνει το ζώο, όπως και στον άνθρωπο, τα κόκκαλα χάνουν το κολαγόνο τους και γεμίζουν ασβέστιο, χάνουν την ελαστικότητά τους και γίνονται πιο γερά. Εμείς όμως το θέλουμε το κολαγόνο και μας είναι εντελώς αδιάφορο το ασβέστιο, γι' αυτό και προτιμούμε κόκκαλα από μικρό ζώο.
Υλικά για 2,5 λίτρα: μία ουρά μοσχαριού χωρίς τους τέσσερις πρώτους σπονδύλους
ένα μεγάλο κόκκαλο κομμένο στα τρία
εναλλακτικά, αν δεν βρούμε ουρά, μισό κιλό ποντίκι
λίγο φυστικέλαιο (ή ηλιέλαιο αν δεν βρούμε)
550γρ κρεμμύδια καθαρισμένα και κομμένα σε λεπτές ροδέλες
550γρ καρότα σε λεπτές ροδέλες
400γρ κόκκινο κρασί
2,5 λίτρα νερό
ένα αστέρι γλυκάνισου
και πολύ βασικό, όχι αλάτι, καθόλου, ούτε κόκκο.
Μπορεί να φαίνεται απλός, χωρίς μυρωδικά, χωρίς άρωμα. Αυτό ακριβώς τον καθιστά πασπαρτού. Ανάλογα πού θα χρησιμοποιηθεί προστίθενται και τα αντίστοιχα καρυκεύματα, ο αντίστοιχος χαρακτήρας.
Η ουρά χωρίς τους πρώτους τέσσερις σπονδύλους είναι περίπου 550-600γρ και αν δεν βρούμε μπορούμε να βάλουμε ίδια ποσότητα σε ποντίκι. Το κόκκαλο είναι περίπου 2,5 κιλά και κάνει και το μπροστινό και το πίσω. Αν ειναι κομμένο στα δύο ίσως να μη χωράει στη χύτρα μας, που ούτως ή άλλως γι' αυτήν την ποσότητα πρέπει να είναι τουλάχιστον οχτώ λίτρων, με όλα τα υλικά μέσα το υγρό φτάνει μέχρι την ένδειξη max.
Οι τέσσερις πρώτοι σπόνδυλοι έχουν πολύ κρέας και προτιμώ να τους μαγειρέψω, μου φτάνει εξάλλου η υπόλοιπη. Έχω δείξει μέχρι τώρα πώς γίνεται
braisé,
στιφάδο αλλά και
γεμιστή, που μάλλον ήταν και η καλύτερη εκδοχή αλλά και σαφώς η πιο δύσκολη. Αυτή τη φορά δοκίμασα να την ψήσω, οπότε μπήκε για 5 ώρες στα κάρβουνα στους 130 βαθμούς και έγινε λουκούμι.
Πάμε στο ζωμό λοιπόν. Αλείφω τα κόκκαλα και τους σπονδύλους της ουράς με λάδι και ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς στον αέρα για περίπου μία ώρα. Ενδιάμεσα γυρίζω να πάρουν ομοιόμορφο χρώμα από όλες τις πλευρές. Αν έχω ποντίκι δεν το ψήνω αλλά αντίθετα το κόβω σε κομμάτια και το τσιγαρίζω σε πολύ ψηλή φωτιά να πάρει έντονο χρώμα.
Όση ώρα ψήνονται τα κρέατα ετοιμάζω τα υπόλοιπα. Στη χύτρα ζεσταίνω λίγο λάδι σε μέτρια προς ψηλή φωτιά και τσιγαρίζω τα κρεμμύδια μαζί με το αστέρι γλυκάνισου, ανακατεύοντας τακτικά.
Δεν θέλω να κολλήσουν ούτε να πάρουν έντονο χρώμα από τη μια πλευρά. Θέλω να καραμελώσουν ομοιόμορφα, διαδικασία που μπορεί να πάρει και 45 λεπτά. Μόλις γίνουν προσθέτω τα καρότα και αφήνω κι αυτά να καραμελώσουν για περίπου 20 λεπτά. Σβήνω με το κρασί και το αφήνω να βράσει και να εξατμιστεί, μέχρι να μείνει ελάχιστο στη χύτρα. Τότε μπαίνουν τα κρέατα και το νερό, φέρνω σε βρασμό και ξαφρίζω συνεχώς. Μόλις βράσει κλείνω το καπάκι, αφήνω την πίεση να πιάσει τη μέγιστη τιμή της, χαμηλώνω τη φωτιά στο εντελώς ελάχιστο και αφήνω δύο ώρες.
Μόλις είναι έτοιμος αποσύρω από τη φωτιά και αφήνω να κατεβεί μόνη της η πίεση, ακόμα καλύτερα να κρυώσει τελείως η χύτρα. Τότε μόνο ανοίγω, μαζεύω τα στερεά με τη συρμάτινη κουτάλα και σουρώνω το ζωμό από βρεγμένο διπλό ή και τετραπλό τουλπάνι. Αφήνω ένα βράδυ στο ψυγείο να κρυώσει, μαζεύω το λίπος και πλέον είναι έτοιμος για χρήση ή αποθήκευση.
Εδώ ό νόμος του Μέρφυ της φωτογραφίας χτύπησε. Ο ζωμός είναι πεντακάθαρος αλλά με το έντονο ηλιακό φως φαίνεται λίγο θολός. Επίσης φαίνεται να έχει ένα στρώμα λίπους στην επιφάνεια, επίσης οφθαλμαπάτη. Έχει ελάχιστο που πάει και κάθεται ακριβώς στο γυαλί και φαίνεται πολύ. Φαίνεται όμως ότι είναι και ακριβώς 2,5 λίτρα, δεν χάθηκε καθόλου υγρό στο κλειστό περιβάλλον της χύτρας.
Τους σπονδύλους της ουράς τους ξεκοκκαλίζω και με το κρέας τους συνήθως φτιάχνω μια τάρτα, τα κρεμμύδια και τα καρότα όμως πετιούνται, έχουν λειώσει και δεν έχουν καμία αξία. Μετά το ξεκοκκάλισμα έβγαλα και μία σουρεάλ φωτογραφία, αν και ένας σπόνδυλος από τους ψητούς πετάχτηκε κατά λάθος από τα κορίτσια, όπως και ο τελευταίος και μικρότερος στην άκρη.
Το ζωμό τον χωρίζω σε πέντε μερίδες του μισού λίτρου και τον βάζω στην κατάψυξη σε σακουλάκια. Είναι η ιδανική ποσότητα γι' αυτά που κάνω, είτε για μια πυκνή σάλτσα είτε για να βράσω κάποιο φαγητό.
Αυτή τη φορά κράτησα μια μερίδα για τη σάλτσα του σημερινού φαγητού, στηθοπλευρές μοσχαριού, γνωστές και ως σιδηρόδρομος, ψητές στα κάρβουνα, με πολλή υπομονή για ένα τέλειο αποτέλεσμα.
Εύκολες να γίνουν αλλά πιο χρονοβόρες από ένα prime rib roast, όπου απλά το ψήνουμε μέχρι το σημείο που το θέλουμε, rare, medium κλπ. Εδώ έχουμε ένα σκληρό κομμάτι κρέατος με πολύ συνδετικό ιστό που πρέπει να λειώσει. Η λύση είναι αργά και σε χαμηλή φωτιά.
Ξεκινώ φτιάχνοντας δύο διπλά εσπρεσάκια. Όχι, δεν θα τα πιω. Μόλις κρυώσουν περιχύνω με αυτά το κρέας, δρουν σαν ενισχυτικό γεύσης και βοηθούν το αλατοπίπερο να κολλήσει στο κρέας. Αλατίζω, πιπερώνω γενναία, προσθέτω και μπόλικη πάπρικα γλυκιά και έτοιμο για τη φωτιά. Για φωτογραφικούς λόγους και επειδή στη φωτιά μπήκε νύχτα, το ετοίμασα από το απόγευμα οπότε και μαριναρίστηκε λίγο στο αλατοπίπερο.
Ψήθηκε στους 125 βαθμούς για εφτά ώρες, ενώ από την πέμπτη ώρα και μετά το ψέκαζα που και που με νερό. Στον απλό οικιακό φούρνο θα το βάλουμε στη σχάρα και από κάτω θα βάλουμε ένα ταψάκι με νερό να δίνει υγρασία. Το άρωμα του καπνού όμως δεν θα το πετύχουμε, ακόμα κι αν βάλουμε καπνιστή πάπρικα. Αυγό είναι αυτό και ακόμα μια φορά ζωγράφισε...

Την τελευταία ώρα ξεκίνησα τη σάλτσα και τον συνοδευτικό πουρέ. Σε κατσαρολάκι έβαλα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και το έβρασα να μειωθεί και να γίνει σχεδόν σαν σιρόπι, με προσοχή όμως να μην πικρίσει. Μπαίνει ο ζωμός και αφήνω να βράσει και να δέσει. Ποτέ δεν προσθέτω κορν φλάουρ, φτου κακά, τζάμπα θα πάει ο ζωμός μας που είναι γεμάτος ζελατίνη για να δέσει και να γίνει κανονικός δυναμίτης. Έβαλα και ένα κλαράκι φρέσκο θυμάρι για άρωμα και μερικές σταγόνες worcestershire sauce. Βάζω ελάχιστο αλάτι, ίσα μερικούς κόκκους, δεν θέλω να είναι σωστό τώρα γιατί θα γίνει λύσσα μετά. Όταν δέσει θα έχει μείνει ελάχιστη σάλτσα αναλογικά με το ζωμό που είχαμε στην αρχή αλλά θα είναι τέλεια. Τώρα διορθώνω το αλάτι και προσθέτω ίσως λίγο ξύδι από σέρι αν το κρασί δεν έχει οξύτητα. Δεν προσθέτω μέλι ή ζάχαρη, δε μου αρέσουν οι γλυκές σάλτσες παρά μόνο σε κάποιο ωραίο πτηνό.
Για να ελέγξω την πυκνότητα παίρνω λίγο με ένα κουτάλι και το αφήνω λίγο να κρυώσει, περίπου όπως κάνουμε και με τις μαρμελάδες, γιατί όσο κρυώνει πήζει. Αν μας ξεφύγει προσθέτουμε ελάχιστο νερό και αφήνουμε να ζεσταθεί πάλι.
Σήμερα έφτιαξα και έναν απλό απλούστατο πουρέ πατάτας, όχι την υπερπαραγωγή που έδειξα
εδώ. Το μόνο που κράτησα είναι το μπόλικο βούτυρο, περίπου 300γρ ανά κιλό καθαρισμένης πατάτας.
Ήθελα και λίγο ραπανάκι όμως, πάντα μου αρέσει η δροσιά και αψάδα του σε τέτοια φαγητά.
Κόβω το κρέας σε λεπτές φέτες, λίγος πουρές από δίπλα και περιχύνω με τη θεϊκή σάλτσα, ενώ τα ραπανάκια έχουν μόνο λίγο ανθό αλατιού.
Το κρέας του είναι από μόνο του πολύ ζουμερό, ειδικά στο τμήμα που έχει και λίγο λιπάκι, το έχω ξανακάνει έτσι και το έβαλα σε σαντουιτσάκια. Με τη σάλτσα όμως απογειώνεται. Και όχι, κανένας κύβος δεν μπορεί να κάνει τέτοια σάλτσα, ούτε σε γευστική ένταση ούτε στην απίθανη κολλώδη υφή. Συνολικά είναι ένα πιάτο που, όπως είπε και ένας φίλος, ευχαρίστως θα πλήρωνα να το φάω σε εστιατόριο και θα άφηνα και γενναίο πουρμπουάρ.
Όλη τη διαφορά στο ζωμό την κάνει η χύτρα. Δεν χρειάζεται να είσαι από πάνω και να ξαφρίζεις συνεχώς, ούτε πρέπει να βράζεις τα κόκκαλα για ώρες ολόκληρες. Το αποτέλεσμα είναι απίθανο και κάθε σοβαρός μάγειρας οφείλει να έχει στο οπλοστάσιο και στην κατάψυξή του τουλάχιστον δύο ζωμούς, ανεβάζοντας τη μαγειρική του σε άλλο επίπεδο.
Υ.Γ.: Τις προηγούμενες μέρες έλαβα δύο φορές ένα μικρό βραβείο μεταξύ φίλων bloggers, από την
Κική και από τη
Μάχη, όπου πρέπει να απαντήσω σε κάποιες ερωτήσεις και να προσκαλέσω κι άλλους bloggers να απαντήσουν. Δυστυχώς όλοι όσοι διαβάζω το έχουν ήδη λάβει, οπότε θα απαντήσω μόνο τις ερωτήσεις.
1. Γιατί ξεκινήσατε το blog;
Τότε μου φάνηκε το φυσιολογικό βήμα στο να κάνω κάτι παραπάνω από ό,τι ήδη έκανα στην κουζίνα. Ζήλεψα λίγο και το
blog της γυναίκας μου που το ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα από μένα...
2. Πείτε μας λίγο τι σας ενθουσιάζει.
Κυρίως το διάβασμα που είμαι υποχρεωμένος να κάνω, η μελέτη πριν από κάθε ανάρτηση, αφού θέλω να κατέχω όσες περισσότερες πληροφορίες είναι δυνατόν γι' αυτό που γράφω, μαζί φυσικά με τις δοκιμές στην κουζίνα.
3. Γιατί πιστεύετε ότι τα σχόλια και η επικοινωνία βοηθούν τους bloggers και με ποιο τρόπο;
Το βασικό είναι η αίσθηση ότι κάποιος διαβάζει αυτά που γράφεις, σε αναρτήσεις χωρίς σχόλια αναρωτιέμαι τι μαλ...ες έγραψα που δεν συγκίνησαν κανέναν. Από κει και πέρα μου αρέσουν τα καυστικά σχόλια, ποτέ δεν τα λογοκρίνω, αν και προσέχω να μην είμαι πολύ δηκτικός στα σχόλια που κάνω σε άλλους. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα παρεξηγηθεί, εξάλλου έχουν λογοκριθεί αρκετά σχόλιά μου στο παρελθόν.
4. Για ποια πράγματα μιλάτε στο blog σας;
Ομολογώ ότι οι συνταγές με αφήνουν λίγο αδιάφορο, αναγκαίο συμπλήρωμα μάλλον. Πιο πολύ με ενδιαφέρουν οι τεχνικές, πχ θα δείξω πώς γίνεται η πίτσα, η ζύμη, η σάλτσα, το ψήσιμο. Το να ξαναγράψω βάζοντας ελιές και πιπεριά, ανανά και αντζούγιες, μπέικον και καρύδια ή ό,τι άλλο μου φαίνεται λίγο περιττό, αν ξέρεις τη βασική τεχνική όλα τα άλλα έρχονται.
5. Έχετε δημιουργήσει φιλική σχέση με άλλους bloggers; Εχετε γνωριστεί ποτέ προσωπικά;
Δυστυχώς όχι ακόμα. Όσο ήμουν στη Θεσσαλονίκη το blog ήταν καινούριο και δεν το ήξερε κανείς, τώρα στο Λιτόχωρο δεν υπάρχει νομίζω κανείς άλλος blogger αλλά ελπίζω μόλις κατεβούμε Αθήνα να γνωρίσω όλους αυτούς που θαυμάζω μέσα από το blog τους, είμαι παλιάς σχολής και θέλω να ξέρω με ποιον μιλάω, έστω και διαδικτυακά.
6. Πώς φαντάζαστε το blog σας σε δύο χρόνια; Τι θα θέλατε να δείτε να μεγαλώνει / να αλλάζει και με ποιον τρόπο;
Ακόμα δεν ξέρω αν το φοβάμαι ή το ελπίζω αλλά νομίζω ότι το blog σε δύο χρόνια θα είναι ανενεργό. Το ελπίζω, δείγμα ότι θα έχω κάνει το επόμενο βήμα, το φοβάμαι, δείγμα ότι θα έχω στερέψει χωρίς να έχει γίνει το επόμενο βήμα...
7. Τι είναι αυτό που κάνετε καλύτερα;
Δυστυχώς δεν έχω κανένα ταλέντο, ό,τι καταφέρνω το καταφέρνω με πολλή δουλειά και προσπάθεια. Είμαι καλός ακριβώς σ' αυτό, δεν εγκαταλείπω και ό,τι μου μπει στο μάτι προσπαθώ να το ξεσκονίσω εντελώς, καλύπτοντας με τις γνώσεις μου την έλλειψη ταλέντου.
8. Πόσο χρόνο αφιερώνετε στο blog σας;
Χμμμ, μαζί με το μαγείρεμα και το διάβασμα; Άπειρο... Στην ουσία όμως μπροστά στο κομπιούτερ μου παίρνει περίπου δύο ώρες να διαλέξω φωτογραφίες και να τις ετοιμάσω και τρεις με τέσσερις ώρες να γράψω. Το έχω ξαναπεί, το γράψιμο δεν τόχω καθόλου και είναι το πιο δύσκολο κομμάτι μιας ανάρτησης, στην έκθεση εξάλλου είχα πάρει 14...
9. Πώς γεννιούνται τα posts σας;
Κατά κανόνα υπάρχουν από πολύ καιρό στη σκέψη μου και στις ετοιμασίες και σε πιθανές δοκιμές αλλά μερικές φορές γίνεται και αυθόρμητα, συνήθως από κάτι που θα μου γυαλίσει στην αγορά. Για παράδειγμα ήδη ξέρω τι θα φτιάξω μόλις πάμε στην Αθήνα και θα βάλω επιτέλους το μάρμαρο πάνω στο τραπέζι μου που εδώ δεν χωράει...
10. Ευχές για τον αναγνώστη.
Τι να πω, εύχομαι να αντέχει ο αναγνώστης να διαβάσει αυτά που γράφω, ακόμα κι αν φαίνονται υπερβολικά, σίγουρα θα βρει μικρά στοιχεία να ενσωματώσει στη μαγειρική του.