Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Wish List

Δεν υπάρχει πιο περίπλοκο πράμα από τις επιθυμίες. Και ενώ πάντα νιώθουμε ότι μας καταπιέζουν λίγο, κυρίως οι ανεκπλήρωτες, στην ουσία αυτές είναι που μας δίνουν ώθηση και δύναμη, πιο πολύ μετράει η προσπάθεια να υλοποιηθούν, η διαδρομή. Σήμερα λοιπόν, και επειδή για πολλοστή φορά δεν έχω αξιόλογο μαγειρικό αποτέλεσμα να δείξω με τη διαδρομή να αποδεικνύεται πιο περίπλοκη, θα γράψω για τις επιθυμίες μου, τα αντικείμενα εκείνα που με στοιχειώνουν, που τα θέλω σαν τρελός και που ελπίζω, τουλάχιστον για κάποια από αυτά, να αξιωθώ κάποτε να αποκτήσω. Μαζί όμως θα δείξω και κάποια που μου αρέσουν πολύ, κάποια που τρώγονται και κάποια άσχετα. Εννοείται πως καμία φωτογραφία δεν είναι δικιά μου, όλες τις βρήκα στο ίντερνετ.
Ξεκινάμε λοιπόν με αυτό που... ήδη έχω. Ποιο είναι το απόλυτο μίξερ φετίχ; Αυτό που υπάρχει στην αγορά για σχεδόν 100 χρόνια, που όλοι προσπαθούν να αντιγράψουν και έχουν σαν πρότυπο; Ακριβώς, το Kitchenaid.




Αντικειμενικά όμορφο, που για μένα είναι το μεγαλύτερο μειονέκτημα του κυριότερου ανταγωνιστή από την Kenwood, ενός υπέροχου κατά τα άλλα μίξερ που στα μάτια μου μοιάζει ογκώδες και άσχημο. Πραγματικό εργαλείο, το έχω τέσσερα χρόνια, το έχω λειώσει σε κάθε είδος παρασκευής, με χειρότερο κάτι πολύ βαριές και σφιχτές ζύμες, και πάντα εκτελεί αγόγγυστα τη δουλειά που του αναλογεί, καθαρίζεται πανεύκολα και εννοείται πως στολίζει μόνιμα τον πάγκο μου, δεν μπαίνει ποτέ στο ντουλάπι.
Έχω και ένα ακόμα τέλειο κουζινικό, το καλό μου το μαχαίρι, γιατί έχω και πολλά άλλα επίσης πολύ καλά..., το Kai Shun elite. Δυστυχώς δεν παράγεται πια αυτή η σειρά, η Shun την έχει αλλάξει αλλά η καινούρια δεν είναι τόσο όμορφη.




Τρομακτικά κοφτερό, με τέλειο ζύγισμα για το χέρι μου, μπορώ να κόβω ώρες με αυτό χωρίς διάλειμμα, και πάνω απ' όλα όμορφο, εντυπωσιακό, με τέλειο φινίρισμα. Και είναι τόσο σκληρό το ατσάλι του που ξεχνάω να το ακονίσω, αντέχει για πάρα πολύ καιρό. Βέβαια, έφαγα πολλές ώρες και με πολλά μαχαίρια πάνω από τις πέτρες ακονίσματος μέχρι να μάθω πώς να το κάνω καλά πριν δοκιμάσω πάνω του την τεχνική και σίγουρα είναι το δυσκολότερο, πάλι λόγω σκληρότητας, να ακονιστεί. Αλλά τι κόσμημα! Και εννοείται το χρησιμοποιώ καθημερινά σε όλες τις δουλειές, δεν το έχω μόνο για βιτρίνα. Δυστυχώς, ενώ δεν θέλω άλλο μίξερ, πάντα θέλω να δοκιμάζω και να κόβω και με άλλα μαχαίρια, οπότε εδώ η wish list είναι μεγάλη και μάλλον ανεξάντλητη και, κυρίως, μη υλοποιήσιμη.
Ας αναφέρω τώρα και κάποια φαγώσιμα που τα λατρεύω, που πάντα τα επιθυμώ άρα δικαίως παίρνουν μια μόνιμη θέση στη wish list. Και πιο οικονομικό απ' όλα τα πατατάκια Tyrrell's.





Τραγανά, νόστιμα, καμιά σχέση με τα συνηθισμένα τσιπς, τέλεια. Και όπως με όλα τα τσιπς, τα προτιμώ μόνο με λίγο θαλασσινό αλάτι, δε μου αρέσουν οι άλλες γεύσεις.
Όμως πρέπει να βάλω μέσα και προϊόντα που δεν έχω δοκιμάσει. Δεν θα αναφερθώ σε τρούφες και φουαγκρά και χαβιάρια και τα συναφή. Αυτά εάν είσαι πλούσιος τα βρίσκεις πανεύκολα, αν όχι, απλά τα φαντάζεσαι. Στις δικιές μου επιθυμίες υπάρχει το Culatello, που είναι εξαιρετικά δύσκολο να το βρεις, είτε είσαι φτωχός είτε πλούσιος.




Λατρεύω το προσιούτο και το Culatello θεωρείται το καλύτερο χοιρινό μπούτι ωρίμανσης στον κόσμο. Οι φωταγραφίες από τις υπόγειες σπηλιές - κελάρια που ωριμάζει είναι απόκοσμες.




Ελπίζω κάποια στιγμή να μπορέσω να πάω στην περιοχή της Εμίλια Ρομάνα όπου αποκλειστικά παράγεται σε ελάχιστες, ήδη προπωλημένες ποσότητες και να καταφέρω να το δοκιμάσω. 
Όταν όμως έχεις στα χέρια σου ένα τέτοιο γαστρονομικό θησαυρό πώς τον κόβεις; Με το μαχαίρι, ακόμα και αν είναι Shun; Είναι δυνατόν να κοπεί σε διάφανες φετούλες, όπως απαιτείται; Μήπως το πας στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, εκεί που δεν ξέρουν να κόψουν καλά ούτε μια πάριζα; Όχι, αγοράζεις μια Berkel.




Χειροκίνητη, απλά περιστρέφεις από το χερούλι τη ρόδα και αναλαμβάνει να τα κάνει όλα μόνη της, και να τα κάνει τέλεια. Γυρίζει το μαχαίρι, τοποθετεί το αλλαντικό στη σωστή θέση, το φέρνει μπρος πίσω για να κοπεί, και όλα αυτά με έναν απίστευτο μηχανισμό που θυμίζει ελβετικό ρολόι. Υπάρχει στην αγορά από το 1898 και όποια και να αγοράσεις, είτε καινούρια είτε μεταχειρισμένη 60 και 70 ετών, η τιμή είναι η ίδια, εξάλλου σίγουρα θα δουλεύουν ακριβώς το ίδιο. Οι connoisseurs ισχυρίζονται ότι είναι τέλεια γιατί η λεπίδα δεν περιστρέφεται γρήγορα, οπότε δεν ζεσταίνει και δεν αλλοιώνει το κρέας. Αυτή τη λεπτομέρεια δεν μπορώ να την αντιληφθώ, μπορώ όμως να δω την ακρίβεια στο κόψιμο, την επαναληψιμότητα ακόμα και από έναν αδαή, τις τέλειες λεπτές φέτες. Μια φορά μπήκα σε ένα ντελικατέσεν που είδα από έξω ότι την είχε και όταν με ρώτησε ο ευγενέστατος ιδιοκτήτης τι θέλω, του απάντησα οτιδήποτε αρκεί να δω τη μηχανή να γυρίζει. Γυάλισε το μάτι του από χαρά, έβγαλε από το ψυγείο όλα τα εκλεκτά και τα δοκιμάσαμε, κουβεντιάσαμε, αγόρασα και κάμποσα για να τον ευχαριστήσω. Σίγουρα έχει μια εξέχουσα θέση στη wish list.
Και από την καλύτερη σαλαμομηχανή του κόσμου ας πάμε στον καλύτερο αποχυμωτή του κόσμου. Εδώ όμως οι απόψεις διίστανται, δεν είναι σαν τη Berkel που δεν έχει ανταγωνιστή. Ο ένας είναι ο Angel, με τεχνολογία μάσησης, που θεωρείται ότι δεν καταστρέφει καθόλου τα θρεπτικά συστατικά του φρούτου λόγω πολύ χαμηλών ταχυτήτων λειτουργίας, ενώ δίνει και τον περισσότερο χυμό ανά φρούτο από όλους τους άλλους της αγοράς.




Ο άλλος ο Norwalk, με υδραυλική πρέσσα, που ο τρόπος λειτουργίας του είναι λίγο καλτ, με τις ειδικές υφασμάτινες σακούλες που χρειάζεται, και θεωρείται ότι δίνει τον πιο καθαρό και φίνο χυμό, χωρίς ίχνος πούλπας ή υπολειμμάτων. 




Βάλτε να δείτε στο youtube πώς λειτουργεί, έχει ενδιαφέρον. Και ενώ η τιμή του είναι δυόμισι φορές μεγαλύτερη από του Angel, και παρόλο που αυτή είναι μια ιδεατή wish list που έχει δικαίωμα να μπει ό,τι καλύτερο υπάρχει, εγώ προτιμώ τον Angel. Εξάλλου ποτέ δε με χάλασε η πούλπα, που και πάλι μη νομίζετε ότι είναι όπως των απλών και καθημερινών αποχυμωτών, μιλάμε για εξαιρετικής ποιότητας μηχάνημα.
Το ίδιο περίπου ισχύει και για το καπνιστήριο. Επειδή δεν το θέλω μόνο για κάπνισμα αλλά και για ψησταριά και, κυρίως, για ξυλόφουρνο, ψάχνω στην ιαπωνική παράδοση των kamado. Μετά από πολύ ψάξιμο λοιπόν βρήκα ότι το καλύτερο είναι το Komodo Kamado, που το κατασκευάζει ένας Αμερικάνος στην Ινδονησία. Το εξέλιξε σε υπέρμετρο βαθμό, χρησιμοπεί τα εντελώς καλύτερα υλικά που υπάρχουν, είναι πανάκριβο και δουλεύει μαγικά με απίστευτα μαγειρικά αποτελέσματα. Γιατί δεν μπαίνει στη λίστα; Δείτε το...






Είναι κακάσχημο το άτιμο, φρικτό, κιτς, σχεδόν αποκρουστικό, σαν δέρμα φιδιού. Σε μαύρο χρώμα είναι λίγο λιγότερο κακό, και πάλι όμως δεν παλεύεται. Ίσως από κοντά να είναι καλύτερο αλλά δεν το ρισκάρεις. Παίρνεις ένα Big Green Egg, που επίσης δεν το λες όμορφο αλλά είναι σαφώς καλύτερο, ειδικά εάν τοποθετηθεί σε ένα ωραίο ξύλινο τραπέζι.




Μάλιστα το συγκεκριμένο, που έχει και το ένα τέταρτο της τιμής από το έκτρωμα, το είδα από κοντά, όπου όντως φαίνεται πολύ καλύτερο και δεν ήταν καν σε ξύλινο τραπεζάκι. Το θέλω σαν τρελός, το ονειρεύομαι ίσως πιο πολύ από όλη την υπόλοιπη λίστα (υπερβάλλω...).
Να επιστρέψουμε στα φαγώσιμα; Ώρα για σοκολάτα. Ποια είναι η καλύτερη του κόσμου όλου; Δεν ξέρω, δεν τις έχω δοκιμάσει όλες. Ακόμα θυμάμαι όμως τη σοκολάτα γάλακτος με φουντούκια της ελβετικής Läderach.


Πουλιέται χύμα, σε μεγάλες πλάκες που σου κόβουν όσο θέλεις, τέλεια απ' άκρη σ' άκρη, ακόμα και τα φουντούκια ήταν τα πιο νόστιμα που έχω φάει ποτέ. Εμπειρία ζωής, που δεν ήταν ολοκληρωμένη, πρέπει να επιστρέψω για να δοκιμάσω και τις υπόλοιπες γεύσεις της Läderach. Πανάκριβες όμως οι άτιμες...
Σειρά έχουν τα τυριά. Πόσοι απο μας θεωρούμε το τσένταρ αξιόλογο τυρί; Ελάχιστοι; Κανένας; Και όμως. Υπάρχει εξαιρετικό τσένταρ, μικρής παραγωγής, που έχει καταφέρει να ξεφύγει από τις δαγκάνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, μιας και γίνεται από απαστερίωτο γάλα. 




Όταν πήγα πριν τέσσερα χρόνια στο Λονδίνο δεν ήξερα για το Montgomery's Cheddar και η ειρωνία είναι ότι πήγα στο τυράδικο που το πουλάνε όποτε υπάρχει, στο Neal's Yard και μάλιστα δοκίμασα μερικά τσένταρ και αγόρασα και κάποια που ήταν πολύ καλά. Τραγικός... Ελπίζω να ξαναπάω και να δοκιμάσω και αυτό, να πάρω ολόκληρο το κεφάλι.
Μια που πιάσαμε το θέμα τυρί δε γίνεται να μην αναφερθώ στο απόλυτο, το τέλειο, το μοναδικό, τον γενάρχη, το ελβετικό Gruyère. 




Είναι γνωστό ότι το όνομα γραβιέρα, όπως και ο τρόπος παρασκευής, προέρχεται από την αφεντιά του, αυτό αντέγραψε ο Ραϋμόνδος Δημητριάδης στις αρχές του εικοστού αιώνα ονειρευόμενος ποιοτικό ελληνικό τυρί, αντίθετο από τα κακοφτιαγμένα και πολύ αλμυρά κεφαλοτύρια που υπήρχαν την εποχή εκείνη. Όμως εδώ μπαίνει και μια άλλη επιθυμία, θέλω να μάθω να το φτιάχνω.




Θέλω να περάσω μια σεζόν, δηλαδή από Ιούνιο μέχρι αρχές Σεπτέμβρη, σε μια φάρμα ψηλά στις Άλπεις, εκεί που γίνεται το καλύτερο fromage d' alpage.




Θέλω να είμαι σε όλη τη διαδικασία της παραγωγής, να κανακεύω το γάλα πάνω από το μεγάλο χάλκινο καζάνι.




Να μπω μέσα στα κελάρια που ωριμάζει το τυρί μέχρι να αγγίξει την τελειότητα. Και να ζήσω για ένα διάστημα στα βουνά που τόσο αγαπώ. Αλλά μια που λέμε για μεγάλο χάλκινο καζάνι, ας πιάσουμε τα χάλκινα σκεύη γενικά. 




Έχω μερικά χάλκινα, κάποια της Mauviel και ένα της Baumalu. Θέλω όμως κι άλλα. Πολλά. Τα θέλω όλα. Κυρίως Mauviel αλλά και μερικά της ιταλικής Rameria από το Montepulciano.
Το ίδιο και με τα μαντεμένια. Έχω της Le Creuset,




έχω της Staub,




έχω της Griswold




αλλά και εδώ τα θέλω όλα, όλα μπαίνουν στη λίστα μου. 
Πού μαγειρεύεις όμως όταν έχεις τα καλύτερα χάλκινα και μαντεμένια σκεύη; Στην καλύτερη κουζίνα που υπάρχει, τη La Cornue. 




Έχετε δει την ταινία Ratatouille; Εκεί παρελάζουν όλα τα χάλκινα καλογυαλισμένα, με τους φούρνους και τις εστίες της La Cornue να βάζουν τις φωτιές. Παραμυθένια κουζίνα. Δε θα έλεγα όχι σε μια νησίδα της όπως αυτή.




Ξέρω ότι ποτέ δεν θα την αποκτήσω, μου λείπουν περίπου 90.000 ευρώ από τα 90.150 που στοιχίζει αλλά δεν παύει να υπάρχει στα όνειρά μου.
Το χειρότερο είναι ότι η αγαπημένη μου εστία αερίου της Smeg που τη χαλβάδιαζα τότε που είχα περισσότερα λεφτά αλλά δεν το αποφάσιζα, πλέον δεν υπάρχει, έχει σταματήσει η παραγωγή της.




Όταν η αντιπροσωπεία μου είπε ότι έχει μείνει μόνο ένα κομμάτι και το έχουν σε προσφορά 50% δεν πήγα να το δω, γιατί ήξερα ότι θα το πάρω. Το έχω μετανιώσει... Αν την έχει κανείς και θέλει να την πουλήσει ας μου πει, ενδιαφέρομαι.
Και ας πάμε σε πιο φτηνά προϊόντα, που πάλι δεν πρόκειται να τα αγοράσω. Πρώτο και καλύτερο το Bamix, το απόλυτο ραβδομπλέντερ.



Αν και είναι το ακριβότερο του είδους του, γιατί είναι και μακράν το καλύτερο, το έχω δει από κοντά, το έχω δουλέψει, πάλι δεν είναι τόσο ακριβό που να μη μπορώ να το πάρω. Ο λόγος είναι ότι έχω μπλέντερ, της Kitchenaid μάλιστα, και έχω και multi, οπότε μάλλον είναι περιττό. Δεν ξέρω αν ένα ράβδο σαν πρώτο συνθετικό δικαιολογεί την αγορά του.
Το ίδιο ισχύει και για την τέλεια κουζινομηχανή, αυτή της Magimix.




Γι' αυτή δεν υπάρχει και η δικαιολογία της χαμηλής τιμής, είναι πολύ ακριβή, οπότε μπαίνει στις επιθυμίες χωρίς μεγάλες πιθανότητες υλοποίησης.
Υπάρχουν και συσκευές που δεν έχω κάτι αντίστοιχο, οπότε υπάρχει δικαιολογία να τις αγοράσω, δυστυχώς όμως ταιριάζουν καλύτερα σε επαγγελματικές κουζίνες, φυσικά λόγω κόστους. Αναφέρομαι στο sous vide, που πολύ θα ήθελα να ασχοληθώ.




Δεν αρκεί ο συγκεκριμένος φούρνος νερού για να δουλέψει, χρειάζεται και το συσκευαστήριο κενού, που, προκειμένου να δουλεύει καλά πρέπει να είναι τύπου θαλάμου και μερικών χιλιάδων ευρώ, οπότε μπαίνει στην διευρυμένη wish list.
Άσε που χρειάζονται και τα κατάλληλα βιβλία για τη σχετική μελέτη.




Δεν παίρνεις όμως το βιβλίο πριν πάρεις τα σκεύη και δεν μπορείς να εφαρμόσεις αυτά που γράφει, γι' αυτό παίρνεις το άλλο βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, του Roca.




Όχι ότι μπορώ να εφαρμόσω πολλά από αυτά που γράφει αλλά θα ήθελα πολύ να το διαβάσω, έχω διαβάσει και άλλα δύσκολα βιβλία, μου αρέσουν πολύ και πάντα παίρνω ιδέες από αυτά. Το συγκεκριμένο όμως είναι αρκετά ακριβό και δεν το αποφασίζω, μέλος και αυτό της λίστας.
Πάμε τώρα στα ποτά. Εδώ υπάρχει ιδιαιτερότητα. Δεν υπάρχει λίστα, θα αναφέρω απλά κάποια αγαπημένα μου που, για να είναι τέτοια, τα έχω πιει... 
Το καλύτερο κονιάκ που έχω πιει, το Hennessy Paradis,




το αγαπημένο μου ρούμι, το El Dorado 15 ετών,




αλλά και το Havana Club barrel proof, που πωλείται μόνο σε duty free και στο μουσείο της Havana Club στην Αβάνα,




ενώ από ουίσκι μου αρέσει πάρα πολύ το Aberlour, είτε το 12  είτε το 16 ετών,



το Bushmills 10 ετών, με την ελαφριά ελαιώδη υφή, που το προτιμώ από όλα τα άλλα του αποστακτηρίου, τα έχω δοκιμάσει σχεδόν όλα,




και το καπνιστό με το πιο ελαφρύ και διακριτικό κάπνισμα, για να μην έχες την αίσθηση ότι πίνεις μετσοβόνε, το Ardbeg 10 ετών.




Να πω και για το γουδί; Πριν εννιά χρόνια, σε μια λαϊκή της Ζυρίχης, βρήκα τα γρανιτένια γουδιά της Ταϋλάνδης, δυστυχώς όμως ήμουν με το μηχανάκι, χώρος αποσκευών ελάχιστος και υπερπλήρης με τα απαραίτητα για το κάμπινγκ, οπότε αγόρασα το πιο μικρό που είχε και που το χρησιμοποιώ πολύ συχνά για τα μπαχαρικά μου, που τα αγοράζω ολόκληρα.




Επιστρέφοντας βρήκα σε ένα μαγαζάκι ακριβώς τα ίδια γουδιά και αγόρασα ένα κανονικού μεγέθους για την αδερφή μου, δώρο στη γιορτή της. Όταν ξαναπήγα αργότερα να πάρω και για μένα μου είπε ότι δεν τα φέρνει πια, δεν τα αγόραζε κανείς. Το χειρότερο είναι ότι έκανε ο ίδιος την εισαγωγή, οπότε δεν μπορώ να τα βρω πουθενά. Υπάρχουν άπειρες παραλλαγές που του μοιάζουν αλλά έχω κολλήσει σε κείνο, δε μου αρέσει κανένα άλλο. Και δεν θέλω να το πάρω από το ίντερνετ που το βρήκα, γιατί το καθένα είναι διαφορετικό, θέλω να το δω από κοντά και να διαλέξω. Μπαίνει επομένως στη λίστα, μαζί με το ταξίδι στην Ταϋλάνδη...
Καλά όλα αυτά αλλά πού τα βάζεις; Μααα, σε ένα σπίτι από πηλό, γνωστό και ως cob, σε κάποια εξοχή.




Είναι αυτή η απίστευτη πλαστικότητα του πηλού που μπορεί να πάρει ό,τι σχήμα θέλουμε, κυρίως καμπύλο, χωρίς αυστηρές ευθείες, που το καθιστά μαγικό στα μάτια μου.




Μπορεί να είναι μέχρι και εντελώς παραμυθένιο, σαν ένα σπίτι των hobbit.




Φυσικά, αφού θα είναι στην εξοχή θα έχω και τις απαραίτητες κότες, για το καθημερινό φρέσκο αυγό,




αλλά και την αγαπημένη μου ράτσα γάτας, που λόγω μεγέθους δεν χωράει σε διαμέρισμα, τη Maine Coon.




Ελπίζω μόνο να δείξει κατανόηση ο Όλιβερ και να τα πηγαίνει καλά μαζί της. Μέχρι τώρα πάντως έχει δείξει δείγματα καλής συμπεριφοράς με μικρά γατάκια και άλλες γάτες που συνάντησε τυχαία. Ίδωμεν...
Να πάμε και σε πιο πεζά; Το μηχανάκι μου είναι πολύ καλό και μου αρέσει αλλά δεν θα έλεγα όχι και σε κάτι τέτοιο.




Ducati street fighter, ίσα για να μην αφήσω κενή τη σχετική σειρά στη λίστα αλλά και για λίγη έξτρα αδρεναλίνη. Με το αυτοκίνητο που το βαριέμαι απίστευτα όμως τι γίνεται; Μαααα... είναι αυτονόητο.




Caterham, μικροσκοπικό και γρήγορο σαν μηχανή, μια τετράτροχη μοτοσυκλέτα στην ουσία...
Μετά από αυτή την τόσο μακροσκελή ανάρτηση, θα κλείσω δείχνοντας το πιο τέλειο αντικείμενο που αξίζει να μπει στη λίστα μου, που σίγουρα όμως είναι και το πιο άχρηστο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την τιμή του που είναι εξωφρενική. Τα ξέρετε τα γιαπωνέζικα παγάκια; Είναι ολοστρόγγυλα και θεωρούνται τα καλύτερα για τα ποτά, επειδή λόγω σχήματος δεν λειώνουν τόσο γρήγορα όπως τα τετράγωνα.




Και δεν υπάρχουν καλούπια σιλικόνης που να τα φτιάχνουν; Υπάρχουν και κάνουν 3 ευρώ. Όμως υπάρχει και αυτό το εντυπωσιακό γκατζετάκι από χαλκό, που δίνει σχήμα σε τετράγωνο παγάκι.




Μόλις το είδα σε βιντεάκια που δείχνουν πώς δουλεύει μαγεύτηκα, είπα θα το πάρω ακόμα και αν κάνει 30 και 40 ευρώ. Χμμμ... κούνια που με κούναγε. Δύο χιλιάδες ευρώ, ανάλογα και με το μέγεθος. Γκλουπ, στραβοκατάπια και ευθύς το έβαλα στη λίστα μου πάνω πάνω στα άκρως πιο άχρηστα αντικείμενα.
Άραγε άντεξε κανείς μέχρι το τέλος; Υπάρχει κανείς που να διάβασε για όλες τις επιθυμίες μου; Δεν είναι εντυπωσιακό που η πιο εκτενής μου ανάρτηση δεν περιέχει συνταγή; Και φυσικά περιμένω στα σχόλια τις δικιές σας απόκρυφες επιθυμίες, που, όσο πιο τρελές τόσο καλύτερα. Εκλογές έρχονται, τα όνειρα είναι δωρεάν...

Υ.Γ.: Εννοείται πως η μεγαλύτερη επιθυμία μου είναι να βλέπω τις κόρες μου κάθε μέρα χαρούμενες και ευτυχισμένες, όπως είναι μέχρι τώρα.




Και όπως είπα στην αρχή, καμία φωτό δεν είναι δικιά μου. Έτσι, και ενώ τις έχω σε πολλές, άπειρες πιο σωστά, φωτογραφίες, αυτή είναι δανεισμένη από το blog της συζύγου μου.
Μπροστά σ' αυτές δεν φτουράει καμία wish list, όλα είναι πολύ μικρά και ανούσια...

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Παστράμι updated

Λατρεύω την τελειότητα. Είναι αυτή που μου δίνει κίνητρο σε ό,τι κάνω. Και δεν την φτάνω ποτέ. Γι' αυτό και συνεχίζω. Έχω την αίσθηση ότι εάν ποτέ και σε οτιδήποτε την αγγίξω, θα χάσω το ενδιαφέρον μου και θα εγκαταλείψω άμεσα το αντικείμενο. Όπως επίσης εγκαταλείπω όταν νιώθω ότι δεν μπορώ να πάω πιο πάνω, έχω φτάσει στο δικό μου όριο. Και αυτό το blog, από την πρώτη στιγμή ένιωσα πως πρέπει να αναζητά την τελειότητα, να κάνω ό,τι κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Εννοείται πως δεν το καταφέρνω, προσπαθώ όμως να πλησιάσω, θέλω, τουλάχιστον μαγειρικά, γιατί φωτογραφικά δεν έχω και πολλές απαιτήσεις από την μικρούλα μου κόμπακτ, να φτάνω την εκάστοτε παρασκευή σε πολύ καλό επίπεδο.
Ευτυχώς υπάρχουν όμως και πολλές εξαιρέσεις, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να γράφω μια ανάρτηση το μήνα και ούτε. Είναι πολλά τα θέματα που καταπιάνομαι και ασχολούμαι μαζί τους καιρό που, είτε κουράζομαι και εγκαταλείπω είτε, πιο συχνά, ενθουσιάζομαι υπέρμετρα. Και τότε δεν έχω υπομονή να ψάξω άλλο πριν γράψω, θέλω κατεπειγόντως να μοιραστώ τις προσπάθειές μου, άσχετα αν το αποτέλεσμα δεν είναι το βέλτιστο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης το γαλακτομπούρεκο, που σταμάτησα τις προσπάθειες γιατί δεν ήξερα πώς να το βελτιώσω περαιτέρω, αν και υπάρχει η αίσθηση ότι μπορεί να γίνει και καλύτερο. Και ακόμα πιο χαρακτηριστικό της δεύτερης περίπτωσης, αυτής του υπέρμετρου ενθουσιασμού και πιο πρόσφατου, το παστράμι.
Πέρασα πέντε μήνες σχεδόν διαβάζοντας, ερευνώντας, ψάχνοντας, ρωτώντας, δοκιμάζοντας. Και μόλις είχα αποτέλεσμα κατευθείαν έγραψα μες στην τρελή χαρά. Παρόλο που γνώριζα ότι δεν είναι τέλειο, όχι μόνο λόγω έλλειψης καπνιστηρίου, που δεν μπορώ να κάνω κάτι στην παρούσα φάση, αλλά και λόγω μέτριας πρώτης ύλης. Το ήξερα από την αρχή που αγόρασα το κομμάτι της σπάλας αλλά ήταν το καλύτερο που βρήκα τότε, δεν υπάρχει εδώ κοντά black angus. Και παρόλο που το τελικό αποτέλεσμα ήταν όχι απλά καλό, δίκαλο ή ακόμα και τρίκαλο ήταν, ήξερα ότι με άλλο κρέας θα μπορούσε να απογειωθεί εντελώς. 



 


Μια μέρα λοιπόν πέτυχα τον χασάπη στον Βασιλόπουλο να έχει μόλις καθαρίσει το χτένι από ένα γαλλικό μοσχάρι και να είναι έτοιμος να το κόψει. Τον πρόλαβα στο τσακ και του ζήτησα να μου δώσει ένα σχετικά μεγάλο κομμάτι, περίπου 1,5 κιλό ήταν, για να ξανακάνω παστράμι. Είχε ένα ωραίο στρώμα λίπους εξωτερικά που θα έδινε υγρασία αλλά και αρκετό διάχυτο ανάμεσα στις ίνες του κρέατος, το λεγόμενο marbling. Εύκολα αυτή τη φορά αφού κινήθηκα σε γνωστά μονοπάτια, σε δέκα μέρες είχα έτοιμο ένα παστράμι εντελώς διαφορετικό από το ποηγούμενο. 






Απίστευτα πιο μαλακό, έλιωνε πραγματικά στο στόμα, ενώ λόγω του πιο λεπτού σχήματος μου φάνηκε και λίγο πιο αρωματικό και νόστιμο. Η πρώτη ύλη έκανε τεράστια διαφορά, κάτι γνωστό και αυτονόητο σε όλους φυσικά. Το ερώτημα είναι εάν έπρεπε να περιμένω να βρω εξ αρχής πολύ καλό κρέας. Ίσως, αλλά ο ενθουσιαμός δε με άφησε. Πλέον ανυπομονώ να δοκιμάσω και πιο ασυνήθιστα κομμάτια για παστράμι, όπως οι στηθοπλευρές (σιδηρόδρομος) που επίσης έχουν αρκετό ενδιάμεσο λιπάκι αλλά, κυρίως, να βρω μια ολόκληρη σπάλα από black angus, που, σε ένα big green egg..., πιστεύω ότι ίσως αγγίξει την τελειότητα...

Υ.Γ.: από τη στιγμή που το συγκεκριμένο κομμάτι δεν αποτελούσε μέρος κάποιου πρότζεκτ για το blog, ασχολήθηκα μαζί του κυρίως βραδυνές ώρες, με αποτέλεσμα οι φωτογραφίες να είναι για προσωπική χρήση και μελέτη, φτάνοντας στα άκρα τη μηχανούλα. Σε τόσο σκοτάδι, τα ISO χτύπησαν κορυφή, η ποιότητα πήγε περίπατο και φυσικά δεν ασχολήθκα με στήσιμο και φόντα κλπ κλπ. Μετριότητες...

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Πασχαλιάτικα κουλουράκια

Κάθε χρόνο το πάσχα θυμάμαι στο σπίτι μας είχαμε κουλουράκια. Ήτανε μαγική η στιγμή για μας όταν έφτανε η ώρα να πάρουν σχήμα, γυρνώντας τη χειροκίνητη μηχανή ενώ η μαμά τα έκοβε και τα τακτοποιούσε στο ταψί. Και τι μεθυστικό άρωμα ήταν εκείνο, σε τραβούσε από τη μύτη και τρώγαμε μέχρι να σκάσουμε, παρόλη την παρασπονδία στη νηστεία, πριν καν προλάβουν να κρυώσουν. Και αυτό ακριβώς ήταν το μειονέκτημά τους. Μόλις κρύωναν έχαναν τη μαγεία τους, δε μας άρεσαν, δεν θέλαμε ούτε να τα δούμε, οπότε τα έτρωγαν οι γονείς με τον απογευματινό τους καφέ τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο, μέχρι να τελειώσουν.
Φοιτητής στη Θεσσαλονίκη όμως δοκίμασα κάτι καταπληκτικά κουλουράκια αμυγδάλου από τη Μαίρη, που δεν τα έφτιαχνε μόνο το πάσχα. Ήταν μικρά και πεντανόστιμα και τα τιμήσαμε πάρα πολλές φορές. Ώσπου έφτασε ο καιρός μετά από δεκαπέντε χρόνια να ζητήσω τη συνταγή, να μπορώ να τα κάνω όποτε θέλω και γω στο σπίτι μου. Και, γνωρίζοντας ότι η συνταγή θα είναι στο περίπου και με το μάτι, του τύπου "όσο πάρει" όπως κάνανε οι νοικοκυρές εκείνα τα χρόνια, κανόνισα να μου δώσει τη συνταγή μαζί με μια μικρή επίδειξη επί τω έργω, να την παρακολουθήσω, να κλέψω μυστικά. 






Το μάθημα κανονίστηκε στο χωριό της, το Βελβεντό, υπό το άγρυπνο βλέμμα και της, μακαρίτισας πλέον, μαμάς της. Τα φτιάξαμε, τα ψήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις, είπαμε τις ιστορίες μας, τα φάγαμε και γύρισα στην κουζίνα μου με πολύτιμες σημειώσεις. 






Και ήρθε το πάσχα. Και έκανα την αυτονόητη σκέψη. Γιατί να μην κάνω αυτά τα κουλουράκια για το πάσχα, που είναι τόσο ωραία, μας αρέσουν και ζεστά και, κυρίως, κρύα, σίγουρα πολύ καλύτερα από τα αντίστοιχα της μαμάς μου. Έτσι και έγινε. Έκτοτε, και ενώ τα φτιάχνω συχνά όλο το χρόνο, είναι τα επίσημα πασχαλιάτικα κουλουράκια μας. Εννοείται ότι δεν έχω αλλάξει στο ελάχιστο την πρωτότυπη συνταγή, δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να την τροποποιήσω ή να τη βελτιώσω, την ακολολυθώ κατά γράμμα. Η μόνη δικιά μου συνεισφορά, που αποτελεί και τη δικαιολογία για τη σημερινή ανάρτηση, είναι ότι μέτρησα τις ποσότητες των υλικών που πλέον δεν είναι με το μάτι αλλά δοσμένες με ακρίβεια για εύκολη επαναληψιμότητα. Κουλουράκια βουτύρου με αμύγδαλο λοιπόν, τα ιδανικά πασχαλιάτικα κουλουράκια. 

Υλικά για περίπου 130 κουλουράκια, ανάλογα το μέγεθος:
  250γρ βούτυρο φρέσκο αγελάδας σε θερμοκρασία δωματίου
  200γρ ζάχαρη
  2 αυγά
  130γρ αμύγδαλα
  460γρ αλεύρι μαλακό
  3 βανίλιες
  1 κουταλάκι baking powder
  μια πρέζα αλάτι

Τα υλικά αλλά και τα ίδια τα κουλουράκια μοιάζουν αρκετά με τους κουραμπιέδες, κάτι που ισχύει και για τη διαδικασία παρασκευής.






Ξεκινάω με τα αμύγδαλα, που είναι ωμά και ανάλατα. Πάντα έτσι τα αγοράζω, βρίσκω καλύτερης ποιότητας και προτιμώ να τα φτιάξω μόνος μου. Τα ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 160 βαθμούς στον αέρα για περίπου 15 λεπτά αλλά δοκιμάζω συνεχώς, μπορεί να έχουν λιγότερη υγρασία και να γίνουν νωρίτερα. Τα αφήνω λίγο να κρυώσουν και τα ψιλοκόβω με το μαχαίρι. Θέλω να είναι σε πιο μικρά κομμάτια από αυτά που χρησιμοποιώ στους κουραμπιέδες αλλά σίγουρα να μη γίνουν σκόνη, γι' αυτό και δεν τα βάζω στο μούλτι.






Κόβω το βούτυρο σε κυβάκια και το χτυπάω με τη ζάχαρη στο μίξερ για πολλή ώρα μέχρι να ασπρίσει, περίπου είκοσι λεπτά. Ρίχνω τα αυγά ένα ένα και αφήνω λίγο να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Σειρά έχουν το αλεύρι που το κοσκινίζω, το αλάτι, το baking και οι βανίλιες. 'Ολα αυτά τα ρίχνω ταυτόχρονα και πλέον δεν θέλω να δουλέψω πολύ το μείγμα. Αφήνω στην ελάχιστη ταχύτητα του μίξερ μόνο για περίπου δέκα δευτερόλεπτα και το σταματάω. Προσθέτω και τα αμύγδαλα, φέρνω δυο στροφές ακόμα να διασκορπιστούν στο μείγμα και τέλος το μίξερ.
Βγάζω τη ζύμη στον πάγκο και την κάνω μπάλα. Κόβω μεγάλα κομμάτια της και τα πλάθω σε κυλίνδρους διαμέτρου τριών εκατοστών. Τους στρώνω σε λαδόκολλα σε ταψάκι και τους αφήνω στο ψυγείο σκεπασμένους με διαφανή μεμβράνη για μερικές ώρες να σφίξουν. Αν μείνουν παραπάνω δεν πειράζει, ίσα ίσα θα γίνουν πιο νόστιμα τα κουλουράκια, γι' αυτό συνήθως ζυμώνω το βράδυ και ψήνω την άλλη μέρα.






Μόλις κρυώσουν καλά και σφίξει το βούτυρο κόβονται πολύ εύκολα. Κόβω σε δίσκους πάχους μισού εκατοστού και τα απλώνω στη λαμαρίνα που έχω στρώσει με λαδόκολλα.






Προσέχω να μην είναι πολύ κοντά το ένα με το άλλο και κολλήσουν στο ψήσιμο, αν και δεν απλώνουν πολύ. Ένα μικρό κενό ασφαλείας χρειάζεται μόνο. Τα ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 180 βαθμούς στον αέρα για 7,5 με 8 λεπτά. Θέλουμε να πάρουν ελαφρό χρυσό χρώμα, χωρίς όμως να γίνουν πολύ τραγανά. Ίσως χρειαστεί λίγη προσαρμογή στο χρόνο ανάλογα το φούρνο ή, ακόμα καλύτερα να κάνετε μια δοκιμή ψήνοντας μερικά κουλουράκια, να βγάζετε από ένα σημείο και μετά ένα κάθε λεπτό. Τα αφήνετε να κρυώσουν λίγο και μετά δοκιμάζετε ποιο είναι το καλύτερο. Μεταφέρω σε σχάρα να κρυώσουν και συνεχίζω με τα υπόλοιπα, κρυώνοντας στο ενδιάμεσο τη λαμαρίνα πριν βάλω πάνω της τα επόμενα.






Έτοιμα. Πολύ εύκολα και γρήγορα να γίνουν, με εξαίρεση το χρόνο αναμονής που εξάλλου δεν κάνουμε τίποτα. Αν θέλουμε να έχουν τέλειο σχήμα, κάτι που ίσως δεν ταιριάζει με τόσο παραδοσικές παρασκευές, μπορούνε αντί να κάνουμε κυλίνδρους να ανοίξουμε τη ζύμη σε φύλλο πάχους μισού εκατοστού, να την παγώσουμε και με ένα στρογγυλό κόφτη ζύμης τριών εκατοστών να βγάλουμε τα κουλουράκια. Σαφώς πιο δύκολο, χρονοβόρο και λίγο μάταιο στα μάτια μου. 






Γιατί και έτσι με το όχι τόσο τέλειο σχήμα τους είναι πολύ όμορφα. Πολύ μικρά, φεύγουν όλες οι αναστολές περί δίαιτας και θερμίδων και πολύ εύκολα μπορούμε να ξεφύγουμε και να φάμε καμιά δεκαριά στην καθισιά. Ελαφρώς τραγανά, εύθριπτα, αρωματικά και μυρωδάτα, νόστιμα, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, το εξεζητημένο, σκέτη απλότητα.






Έχουν μόνο ένα μειονέκτημα. Αν γίνουν μερικές μέρες πριν το πάσχα για να τα έχουμε έτοιμα στην Ανάσταση, μπορεί να μην αντέξουν μέχρι τότε και να τα φάμε όλα νωρίτερα. Δε βαριέσαι όμως, τα ξαναφτιάχνουμε το Μέγα Σάββατο για σιγουριά...

Υ.Γ.1: Με τη Μαίρη δεν τελειώσαμε, έχει κι άλλους κρυμμένους άσσους στο μανίκι της. Αν και μου το έχει περιγράψει, θέλω να τη δω να φτιάχνει φυσέκια, ντολμάδες δηλαδή τυλιγμένους σε πράσσο, που είναι τέλεια. Μάλλον αυτό παίρνει αναβολή για το φθινόπωρο όμως, ίσως τα φετινά τσίπουρα τον ερχόμενο Νοέμβριο να είναι μια καλή ευκαιρία. 
Υ.Γ.2: Το σημείο με το καλύτερο φως στο σπίτι είναι το μαρμάρινο περβάζι στην άκρη του μπαλκονιού, αρκεί βέβαια να μην το χτυπάει ο ήλιος. Είναι όμως και το σημείο που κάθεται ο Όλιβερ για να ρεμβάσει, να παρατηρήσει τη γειτονιά, να αγναντέψει.





Ακόμα κι αν δεν είναι εκεί, μόλις με δει να πηγαίνω και να στήνω τα πράματα για φωτογράφιση έρχεται, θρονιάζεται και παρατηρεί. Ευτυχώς και σήμερα δεν υπήρχε κάτι να τον τραβήξει από τη μύτη, γι' αυτό και τον άφησα εκεί παρέα μου, σιωπηλό παρατηρητή των κινήσεών μου. 

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Αυγά βραστά

Είναι δυνατόν; Ολόκληρος slowchef και θα ασχοληθεί με αυγά βραστά; Πού είναι οι περίπλοκες και χρονοβόρες συνταγές, αυτές που τον καθιέρωσαν στη συνείδηση χιλιάδων φανατικών θαυμαστών (sic); Γιατί θα μας μιλήσει για το αρχέγονο φαγητό, αυτό που μάλλον όλοι είναι το πρώτο που φτιάχνουν και όταν κάποιος είναι παντελώς άσχετος με τη μαγειρική λέμε ότι δεν ξέρει ούτε ένα αυγό να βράσει; Η απάντηση στα παραπάνω φιλοσοφικά ερωτήματα είναι εύκολη. Πρώτον γιατί τα βραστά αυγά είναι τέλεια. Και κυριότερο γιατί μόλις πριν λίγο καιρό τα έκανα επιτέλους σωστά, όπως μας μαθαίνουν οι δάσκαλοι, με μοναδικό αποτέλεσμα και διαδικασία αρκούντως ενδιαφέρουσα ώστε να κερδίσει μια θέση σ' αυτό το blog.






Το πρώτο μου αυγό το έβρασα όταν ήμουν έξι χρονών. Από τότε και μέχρι πρόσφατα όταν έβραζα ένα αυγό ακολουθούσα τους κανόνες που λίγο πολλοί όλοι ακολουθούμε. Βράσιμο για τόσο χρόνο ώσπου να γίνει όσο σφιχτό ή μελάτο το θέλουμε. Τριάμισι λεπτά στη φωτιά, πέντε λεπτά εκτός φωτιάς, από την αρχή στο κρύο νερό, στο νερό μόλις βράσει, με ειδικό χρονόμετρο που αλλάζει χρώμα, με το μάτι, με το ρολόι, σε βραστήρα αυγών, οι παραλλαγές άπειρες, όσο άπειρη είναι και η λαϊκή σοφία. Το αποτέλεσμα είναι πάντα ένας συμβιβασμός, είτε το ασπράδι θα είναι σαν λάστιχο, είτε ο κρόκος ωμός, είτε σφιχτός στην άκρη και καλός στο κέντρο, είτε το ασπράδι νερουλό. Αρέσουν τόσο όμως που δεν μας πειράζει, δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ πώς θα γίνει να είναι όλο το αυγό τέλειο, με ασπράδι βρασμένο αλλά μαλακό και όχι λαστιχωτό και ο κρόκος επίσης μαγειρεμένος αλλά ρευστός, πυκνός, ομοιογενής, ούτε ωμός ούτε με σφιχτή άκρη.
Η λύση βρίσκεται στη χημεία. Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες σε μοριακό επίπεδο πρωτεϊνών και αλμπουμίνης και λιπιδίων και τα σχετικά γιατί χρειάζονται πολλές σελίδες. Συνοπτικά το αυγό αρχίζει να πήζει στους 63 βαθμούς και από τους 66 και πάνω είναι πλέον σφιχτό. Πρέπει να κινηθούμε λοιπόν σ' αυτό το εύρος και ο καλύτερος και ασφαλέστερος τρόπος να το πετύχουμε είναι να το βράσουμε σε νερό με αυτή τη θερμοκρασία για τόσο χρόνο, ώστε να τη φτάσει και το αυγό μέχρι το κέντρο του χωρίς να ανέβει πιο πολύ η θερμοκρασία στις άκρες του. Δύσκολο; Ανάλογα την οικονομική μας δυνατότητα. Αν ρέει άφθονο το χρήμα αγοράζουμε τον ειδικό "φούρνο" νερού που χρησιμοποιείται στο sous vide και κρατάει σταθερή τη θερμοκρασία του νερού εκεί που εμείς επιλέξαμε. Αν όχι διαβάζουμε slowchefs που έχει τη λύση, αν και είναι πιο επίπονη για το μάγειρα που κάθεται με ένα θερμόμετρο στο χέρι για πολλή ώρα...






Παραλείπω τα αυτονόητα, εννοείται ότι τα αυγά καλό είναι να είναι χωριάτικα ή βιολογικά ή ελευθέρας βοσκής και σίγουρα φρεσκότατα. Επειδή θα μαγειρευτούν οριακά, αν είναι κάποιων ημερών, που γενικά σε άλλες χρήσεις δε μας χαλάει, εδώ δεν θα μπορέσουν να κρατήσουν το σχήμα τους και θα διαλυθούν, ενώ μπορεί να τρέξει και λίγο ασπράδι σαν νερό. Οπότε επιλέγουμε ημέρας και μέχρι το πολύ τεσσάρων ημερών.
Σήμερα έφτιαξα αυγά benedict, αν και κανονικά γίνονται με αυγό ποσέ και ζαμπόν, έτσι όμως θεωρώ ότι είναι πολύ ανώτερα, ενώ τα συνόδευσα με λίγα πράσινα σπαράγγια.
Υλικά: 4 αυγά
   για την hollandaise: 2 κουταλιές της σούπας νερό
                                       1 κουταλάκι του γλυκού ξύδι από λευκό κρασί
                                       μερικά σπόρια άσπρου πιπεριού σπασμένα στο γουδί
                                       2 κρόκοι αυγού
                                       125γρ λαμπικαρισμένο βούτυρο (beurre clarifié), χλιαρό
                                       αλάτι
                                       χυμός λεμονιού (λίγο λιγότερο από μισό λεμόνι, ανάλογα το μέγεθος)
   για το στήσιμο: τέσσερα φετάκια brioche
                               τέσσερις φέτες προσιούτο
                               ντοματίνια, σπαράγγια

Ξεκινάω με τα αυγά γιατί θα χρειαστούν αρκετή ώρα, σχεδόν μία ολόκληρη... Το καλό είναι ότι όση ώρα μαγειρεύονται φτιάχνω όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του πιάτου. Χρησιμοποιώ κατσαρόλα για τα αυγά και όσο πιο μεγάλη είναι τόσο πιο εύκολα μπορώ να διατηρήσω σταθερή τη θερμοκρασία του νερού, ενώ αν είναι και μαντεμένια ακόμα καλύτερα. Τη γεμίζω δύο με τρία λίτρα νερό και τη βάζω σε δυνατή φωτιά ελέγχοντας με το θερμόμετρο τη θερμοκρασία. Όταν φτάσει τους 64 βαθμούς αποσύρω από τη φωτιά και τη βάζω πάνω στο μικρό γκαζάκι και στην απολύτως ελάχιστη ισχύ του, ίσα να μη σβήνει. Με αυτόν το τρόπο η θερμοκρασία θα παραμείνει σχετικά σταθερή. Την ελέγχω βέβαια συνεχώς, αν πέσει δυναμώνω τη φωτιά και αν ανεβεί προσθέτω λίγο κρύο νερό. Με λίγη εξάσκηση είναι αρκετά εύκολη η διαδικασία. Προσθέτω τα αυγά και τα αφήνω για 50 λεπτά. 






Ναι, τόσο χρειάζονται. Υπάρχουν και άλλοι συνδυασμοί θερμoκρασιών και χρόνων αλλά αυτός είναι για μένα ο καλύτερος, αν και εντελώς οριακός, με το πιο απολαυστικό αποτέλεσμα. Που και που ανακατεύω απαλά για να έχει όλο το νερό την ίδια θερμοκρασία, που έτσι κι αλλιώς την ελέγχω τακτικά.
Σειρά έχουν τα σπαράγγια, ιδανικό ταίρι των αυγών και τώρα στην εποχή τους. Αφαιρώ την ξυλώδη άκρη τους και τα ρίχνω σε κατσαρόλα που έχει αλατισμένο νερό που βράζει. Τα αφήνω μέχρι να μαλακώσουν αλλά όχι πολύ, μου αρέσουν λίγο τραγανά. Μόλις είναι έτοιμα τα βουτάω σε κρύο νερό με παγάκια έτσι ώστε να διατηρηθούν καταπράσινα και ελκυστικά. Τα στεγνώνω και τα ραντίζω με εκλεκτό αγουρέλαιο και λίγο ανθό αλατιού.






Εν τω μεταξύ έχω ξεκινήσει και την hollandaise, που στην ουσία είναι περίπου μια ζεστή μαγιονέζα. Σε κατσαρολάκι φέρνω σε βρασμό το νερό με το ξύδι και το πιπέρι, μέχρι να μειωθεί στο ένα τρίτο περίπου. Αποσύρω από τη φωτιά και αδειάζω σε μπασίνα, αφήνοντας λίγο να κρυώσει. Προσθέτω τους κρόκους και ανακατεύω με αυγοδάρτη μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Τοποθετώ τη μπασίνα σε κατσαρολάκι με νερό που σιγοβράζει (μπεν μαρί) ανακατεύοντας συνεχώς με τον αυγοδάρτη. Βαθμιαία το μείγμα θα γαλακτωματοποιηθεί, θα γίνει λείο και κρεμώδες. Η θερμοκρασία δεν πρέπει να ξεπεράσει τους 65 βαθμούς γιατί θα πήξουν οι κρόκοι.
Παρένθεση: το λαμπικαρισμένο βούτυρο είναι το βούτυρο που του έχει αφαιρεθεί το νερό και οι πρωτεΐνες του γάλακτος. Γίνεται με πολλούς τρόπους. Εγώ ζεσταίνω το φρέσκο βούτυρο μέχρι να λειώσει χωρίς να το ανακατεύω, μαζεύοντας με ένα κουτάλι τον αφρό που  βγαίνει στην επιφάνεια και στο τέλος το σουρώνω, αφήνοντας το γαλακτώδες ίζημα στην κατσαρόλα. Κλείνει η παρένθεση.
Κατεβάζω από τη φωτιά τη μπασίνα και ανακατεύοντας συνεχώς προσθέτω το βούτυρο σε λεπτή ροή, μέχρι να ενσωματωθεί όλο. Περνάω το μείγμα από σουρωτήρι για να αφαιρεθούν τα κομμάτια του πιπεριού, αλατίζω και, πάλι ανακατεύοντας, προσθέτω το λεμόνι.
Κόβω τις φέτες του brioche σε στρογγυλό σχήμα περίπου 8 εκατοστών σε διάμετρο και τις ψήνω στο τηγάνι χωρίς λιπαρή ουσία (που το προτιμώ) ή στη φρυγιανέρα, ίσα να πάρουν λίγο χρώμα και τραγανάδα.
Όλα έτοιμα, στήσιμο. Σπαράγγια στην άκρη τυλιγμένα με λίγο προσιούτο, φέτα brioche επίσης με προσιούτο επάνω της και πλέον ήρθε η ώρα του αυγού.






Σπάω πολύ προσεκτικά το αυγό πάνω στο brioche, θα είναι πολύ μαλακό και ευαίσθητο, ενώ αν δεν είναι εντελώς φρέσκο μπορεί να μη σταθεί και να χυθεί. Λίγη hollandaise από πάνω, λίγη ακόμα πάνω στα σπαράγγια και έτοιμο.






Μια τελευταία και απαραίτητη πινελιά είναι τα δύο ντοματίνια και λίγος ανθός αλατιού πάνω στο αυγό. Είναι ώρα να ανοίξουμε το αυγό για να δούμε πώς είναι ο κρόκος.






Τέλειος. Πυκνός, κρεμώδης, καθόλου ωμός μέχρι το κέντρο του, ρέων, απολαυστικός, εθιστικός, μακράν ο καλύτερος κρόκος αυγού που μπορείτε να βρείτε.






Τα σπαράγγια ιδανικό ταίρι του αυγού, βουτιούνται στον κρόκο για έξτρα απόλαυση, η πλούσια hollandaise δίνει όγκο αλλά και μια ελαφριά οξύτητα στο σύνολο, το προσιούτο τη γλύκα, τα ντοματίνια τη δροσιά, όνειρο. 
Είναι σίγουρα τα καλύτερα βραστά αυγά του κόσμου. Μπελαλίδικα, χρονοβόρα αλλά και τόσο διαφορετικά από αυτά που έχουμε συνηθίσει. Εντάξει, το καταλαβαίνω ότι δεν αποτελούν το ιδανικό πρωινό, κανείς δεν πρόκειται να κάνει όλη αυτή τη διαδικασία με την τσίμπλα στο μάτι. Είναι όμως τόσο τέλεια που αξίζουν να γίνουν ακόμα και σε ένα επίσημο κυριακάτικο γεύμα για ορεκτικό. Έτσι δεν υπάρχουν δικαιολογίες...

Υ.Γ.: όλοι οι μύθοι καταρρίπτονται! Όχι μόνο τα βραστά αυγά αλλά και το ποιος μαγειρεύει στο σπίτι μας. Ενώ η εύκολη απάντηση είναι "φυσικά εγώ", ήρθε η σύζυγος να αποδείξει το αντίθετο και μάλιστα ήθελε να το κάνει με... αποδείξεις. Ενώ ήμουν στη δουλειά, έφτιαξε κέικ, δεν ακολούθησε συνταγή μου, φωτογράφισε τη διαδικασία και την ανάρτησε και στο blog της, που έχει θέμα τα βιβλία και κυρίως τα παιδικά. Λες να αποκτήσω εσωτερικό ανταγωνισμό; Μπα, δε νομίζω, είναι τόσο διαφορετικά τα θέματα που καταπιανόμαστε. Λες να τη βάλω στο τριπάκι της μαγειρικής; Επίσης μπααα, τόσα χρόνια δεν το κατάφερα. Τέτοιες μικρές εκπλήξεις όμως είναι πάντα ευπρόσδεκτες.