Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Καλοκαιρινές ιστορίες

Τι καλοκαίρι και το φετινό! Όλο ανατροπές, απρόοπτα, πάρα πολλή δουλειά, καθόλου δουλειά για πάρα πολύ καιρό, διακοπές σε κάμπινγκ, πολύ κολύμπι, σπασμένα πόδια, πολλά βιβλία τις ατέλειωτες ώρες της ανάρρωσης, βόλτες, ημερήσιες εκδρομές και εξορμήσεις, ολόκληρα απογεύματα στην παιδική χαρά. Και φυσικά μαγείρεμα, όχι πολύ ή μάλλον όχι όσο θα ήθελα αλλά βγήκαν κάποια εξαιρετικά πιάτα που πάντα κάτι στράβωνε στο στήσιμο ή στη φωτογράφιση και δεν μπορώ ακόμα να τα δείξω. Τον περισσότερο καιρό εξάλλου ήμασταν μακριά από το σπίτι μας χωρίς ίντερνετ οπότε δεν υπήρχε ο σχετικός ζήλος και η σωστή διαδικασία που ακολουθώ στις αναρτήσεις. 
Σήμερα λοιπόν δεν έχει συνταγή, δεν έχω ακόμα ολοκληρωμένο πρότζεκτ αν και τρέχουν πολλά. Όμως όλο αυτό το διάστημα συνέβησαν αρκετά γεγονότα γαστριμαργικού, και όχι μόνο, ενδιαφέροντος που αξίζουν μια μικρή αναφορά. Και πρώτο και καλύτερο οι διακοπές μας, στα μέσα Ιουλίου. Μετά από δύο καλοκαίρια που δεν είχαμε καταφέρει να πάμε. Διακοπές σε κάμπινγκ στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής, εκεί που η θάλασσα είναι τέλεια, το τοπίο μαγικό, η παρέα καλή με πολλά παιδάκια και τον Άκη να έχει κουβαλήσει την ψησταριά του, ένα απίστευτο θηρίο 100 κιλών που έκαιγε συνεχώς.






Και τι δεν φτιάξαμε. Ήταν η πρώτη μου επαφή με ψησταριά αερίου και ευτυχώς που ήταν τόσο ψηλού επιπέδου, μπόρεσα να την εκτιμήσω δεόντως. Ήδη από την πρώτη μέρα ετοίμασα μια ολόκληρη παντσέτα.






Αφού πασαλείφτηκε με τα κατάλληλα μπαχαρικά και μυρωδικά, αφέθηκε λίγη ώρα να μαριναριστεί και να ετοιμαστεί η ψησταριά.






Στο κουτάκι δεξιά φαίνονται τα κομματάκια ξύλου για το έξτρα άρωμα καπνού, απαραίτητο συμπλήρωμα για νόστιμο κρέας. Το συγκεκριμένο είναι και το μοναδικό που έχω τελική φωτογραφία,  μετά από τέσσερις ώρες σε σιγανή φωτιά,






γιατί σε όλα τα άλλα ένα μεγάλο και πεινασμένο πλήθος δεν άφηνε το πιάτο να ακουμπήσει στο τραπέζι, η επίθεση γινόταν ήδη πάνω από τις σχάρες. Φτιάξαμε ένα κοντοσούβλι από χοιρινή σπάλα,






που επειδή η σούβλα είχα ακόμα αρκετό χώρο μπήκε και ένα κοτόπουλο.






Και νά 'ταν μόνο αυτά, ο καθένας έριχνε στη φωτιά ό,τι ήθελε και η ψησταριά αγόγγυστα εκτελούσε την αποστολή της με ακρίβεια. Κοψίδια, λουκάνικα, μπιφτέκια, κοτόπουλα, τεράστιες μοσχαρίσιες μπριζόλες αλλά και παστίτσιο, ρεβυθάδα, μουσακάς, σοκολατόπιτα, τα πάντα. Όχι τίποτε άλλο αλλά πλέον δεν μπορεί να μου κανείς τίποτα που πάντα κουβαλάω μαζί μου το μαχαίρι μου, το τηγάνι μου το μαντεμένιο, το δυνατό εκδρομικό γκαζάκι, το θερμόμετρο, τη μικρούλα τη ζυγαριά. Εδώ ο άλλος κουβάλησε ολόκληρο κτήνος ψησταριά, τα δικά μου που χωράνε σε μια σακούλα του σουπερμάρκετ πειράζουν; Άκη ευχαριστούμε πολύ, πάντα τέτοια, πάντα καλά ψησίματα και πάντα μερακλής.
Εκτός ψησταριάς ετοίμασα και το ιδανικό πρωινό, γκαζάκι, μαντεμένιο τηγάνι και σ' αυτό καραμελωμένα κρεμμύδια, λουκάνικο χωριάτικο με χοντροκομμένο κρέας, ένα αυγό μάτι  και για συνοδεία μια ντομάτα για δροσιά.






Στο κάμπινγκ όμως έπαιξα και λίγο μπάσκετ μετά από 15 χρόνια, κακός συνδυασμός με το τριψήφιο βάρος μου. Το γόνατο δεν άντεξε, ευτυχώς οι σύνδεσμοι βγήκαν αλώβητοι αλλά όχι και η περόνη που ράγισε. Ένας μήνας off,  κομμένα τα πάντα και κυρίως οι σκάλες. Ευκαιρία για ξεκούραση στο χωριό του πεθερού στα ριζά της Οίτης, με άπειρες ώρες στην παιδική χαρά και μακράν το χειρότερο αγοραστό γλυκό που έφαγα εδώ και πολλά χρόνια.






Το ζαχαροπλαστείο είναι από τα πιο γνωστά πέριξ της Λαμίας και μαζεύει πολύ κόσμο από τα γύρω χωριά στις σκιές από τα τεράστια πλατάνια που έχει στην αυλή του. Και ενώ γενικά αποφεύγω γλυκά από ζαχαροπλαστεία με τα κλασσικά και τυπικά γλυκά, αυτό το εκμέκ μου έκλεισε το μάτι, ήταν τόσο όμορφο στο ταψί, που ήταν και γεμάτο, άρα φρέσκο. Χμμμ.... η απόλυτη καταστροφή. Πουθενά κανταΐφι, μόνο κάτι παμπάλαια τσουρέκια, που για να μαλακώσουν είχαν λουστεί σε άπειρες ποσότητες σιροπιού, φτιάχνοντας μια απίστευτη λάσπη για βάση και από πάνω ψεύτικη, άρα άνοστη, και αδιάφορη φυτική σαντυγί, αυτή που βάζουν οι καφετέριες του συρμού στους καφέδες. Ούτε κρέμα ούτε τίποτα. Έφαγα μια πιρουνιά, όταν ξεπέρασα το σοκ το φωτογράφισα με το κινητό, φώναξα το γκαρσόνι, φόρεσα το πιο ευγενικό μου χαμόγελο και του ζήτησα να μεταφέρει στον υπεύθυνο ότι αυτό ήταν το χειρότερο γλυκό στην ιστορία των απανταχού Ελληνικών ζαχαροπλαστείων και ότι θα έπρεπε να ντρέπεται που το πουλάει. Προς τιμή του αμέσως προσφέρθηκε να μου φέρει άλλο, αρνήθηκα ευγενικά και τις επόμενες δύο βδομάδες που πηγαίναμε κάθε μέρα, πρόσεχα και δεν άφησα σε άλλο γλυκό να μου ξανακλείσει το μάτι, προτιμούσα τα παγωτά του περιπτέρου.
Το ακριβώς αντίθετο με τον χαλβά. Είχα γράψει λοιπόν παλιότερα ότι δεν έχω φάει σε κανένα σπίτι αξιόλογο σαπουνέ χαλβά, γνωστό και ως χαλβά Φαρσάλων. Εξακολουθώ να έχω την ίδια γνώμη, που ενισχύθηκε όταν πήγα στο εργαστήριο του Κόκκινου, που φτιάχνει ίσως τον καλύτερο χαλβά που έχω φάει. Εκεί είδα τα μεγάλα χάλκινα καζάνια που είναι απαραίτητα στην παρασκευή του χαλβά, προκειμένου να γίνει αυτή η θεϊκή και εξόχως απολαυστική κρούστα.






Τον είχα δοκιμάσει παλιότερα, έψαχνα να τον βρω αλλά δεν έχει μαγαζί, μόνο το εργαστήριο και πουλάει αποκλειστικά σε πανηγύρια, τον βρήκα στη Μονή Αγάθωνος, πήρα τηλέφωνα και διευθύνσεις, παρήγγειλα για τα γενέθλιά μου, πήγα στο εργαστήριο και κει μας κέρασε ζεστό και σπαρταριστό χαλβά τίγκα στο μυρωδάτο βούτυρο, σκέτη κόλαση. Εκρεμμεί να ξαναπάω σε πιο ήρεμη περίοδο και να μου δείξει, όπως μου υποσχέθηκε, την διαδικασία παρασκευής, χωρίς φυσικά να μου αποκαλύψει τα υλικά και τη συνταγή. Ανυπομονώ να ξαναπάω το φθινόπωρο.
Στη Μονή Αγάθωνος δεν πήγα για θρησκευτικούς λόγους, απλά περνούσα απ' έξω, είναι στο δρόμο για το βουνό, εκεί που κάθε χρόνο οργανώνουμε ένα πικ νικ. Για φέτος έδωσα τα ρέστα μου, είχα μεγαλεπήβολα σχέδια και ευελπιστούσα σε υλικό για τουλάχιστον τρεις αναρτήσεις. 
Πρώτα απ' όλα, μπριάμ. Μετά από χρόνια που το σκεφτόμουν έκανα φέτος το μπριάμ όμως μας το έδειξε ο Remi, ο γνωστός ποντικός της ταινίας Ratatouille, κάτω από τις οδηγίες του σπουδαίου Thomas Keller, υπεύθυνου στην ταινία στα θέματα του φαγητού.






Παρένθεση: βλέπετε το κρεμμύδι στο κέντρο; Είναι το μεγαλύτερο κρεμμύδι που έχω φάει ποτέ, σχεδόν ένα κιλό, όχι όμως και το μεγαλύτερο που έχω δει, αφού ήταν μεσαίο σε σχέση με τα υπόλοιπα στο μανάβικο. Νεροκρέμμυδα Ζακύνθου, πολύ νόστιμα αλλά πολύ ακριβά και λίγο δύσχρηστα. 






Δείτε συγκριτικά με το μαχαίρι μου, που η λάμα του είναι 20cm, πόσο μεγάλο είναι. Κλείνει η παρένθεση.
Η διαδικασία για το μπριάμ απλή. Τσιγάρισμα του κρεμμυδιού μαζί με τις πιπεριές Φλωρίνης, μετά η ντομάτα, την οποία μαγειρεύω λίγο να φύγουν τα πολλά υγρά.






Σειρά έχουν η πατάτα, η μελιτζάνα και το κολοκύθι. Τα κόβω σε λεπτές ροδέλες, πολύ λεπτές, όσο και για τα τηγανητά και τα στρώνω εναλλάξ στο νταβά.






Ψήσιμο με το καπάκι ή σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο στους 130 βαθμούς για δύο ώρες και άλλα 20 λεπτά στους 180 ξεσκέπαστο, πασπάλισμα από πάνω με ψιλοκομμένο μαϊντανό και βασιλικό και έτοιμο.






Εδώ είναι μια άλλη εκδοχή σε τετράγωνο ταψί, δοκίμασα διάφορες εκδοχές και μας άρεσε πάρα πολύ. Δυστυχώς, το πικ νικ στο βουνό δεν έγινε ποτέ, ο καιρός είχε άλλα σχέδια. Άνοιξαν οι ουρανοί και καταιγίδα στα 1850 μέτρα υψόμετρο δεν είναι ό,τι καλύτερο. Καταστροφή όλων των σχεδίων για φωτογράφιση μέσα στο δάσος, χάλασαν όλα τα πλάνα. Το μπριάμ ήταν το ορεκτικό μας, για το κυρίως επιφυλάσσομαι να το δείξω ολοκληρωμένο, ήταν θεϊκό. Τελικά βρήκαμε ένα κιόσκι πάνω από το χωριό Λυχνό με θέα όλη την κοιλάδα του Σπερχειού και στρώσαμε εκεί και φάγαμε, χωρίς όμως να μπορώ να φωτογραφήσω τα φαγητά.
Ένα μικρό update, τελικά στην ασφάλεια του σπιτιού μας κατάφερα να φωτογραφίσω αυτό το τακτοποιημένο μπριάμ. Μπορείτε να το δείτε εδώ, περίπου στη μέση της ανάρτησης.





Κάναμε και μια ημερίσια εκδρομή στην Ευρυτανία, όπου κύριος στόχος ήταν το αλλαντοποιείο του Στρεμμένου στον Προυσό. Εκεί αγόρασα λουκάνικα, σαλάμι αέρος και φυσικά προσιούτο, όλα εξαιρετικά. Η τοποθεσία μαγική μέσα στη ρεματιά, την προσοχή των κοριτσιών όμως τράβηξε η πηγή με το παγωμένο νερό. Τα ρούχα πετάχτηκαν και η δροσιά ήταν απολαυστική.






Επισκεφτήκαμε και ένα εκτροφείο πέστροφας, μετανιώνοντας που δεν είχα μαζί μου το γκαζάκι για να φτιάξουμε επι τόπου ένα μεζέ. Άλλο ένα αλλαντοποιείο, αυτό του Βρέκου, κι άλλα λουκάνικα και επιστροφή στο χωριό μας. Στην επιστροφή είδα ότι πολύ κοντά στο χωριό είναι το τυροκομείο Ρούμελη με τα εξαιρετικά προϊόντα, γνωστά με την επωνυμία Ιναχός. Επίσκεψη την άλλη μέρα για τα αγαπημένα μου βούτυρα, και το κατσικίσιο και το αγελαδινό, ωραία βαρελίσια φέτα, μικρά φρέσκα κατσικίσια τυράκια, αλλά και φρέσκο γάλα αγελάδας από μόνο μία φάρμα στα Φάρσαλα, πολύ ποιοτικό και νόστιμο. Από όλα αυτά τα προϊόντα κάποια ταξίδεψαν μέχρι το Λιτόχωρο, ο ξυλόφουρνος έψησε ψωμί και ένας τέλειος μεζές ετοιμάστηκε. Ζεστό ψωμί, πεντανόστιμο βούτυρο και σαλάμι αέρος Στρεμμένου.






Στο χωριό φτιάξαμε πάλι τους λουκουμάδες που μας κέρδισαν, τη φετινή ανακάλυψη που μας ξετρέλλανε.






Και γι' αυτούς, ενώ τους έχω κάνει μερικές φορές, δεν έχω αποφασίσει να τους φωτογραφίσω, ίσως όμως να αξίζουν μια αναφορά, είναι εξόχως αέρινοι και αφράτοι.
Στη Λαμία πήραμε μια περίεργη απόδειξη από γνωστή αλυσίδα καφέ που μου κίνησε την περιέργεια.






Καπούτ νέτα σκέτα. Ή μάλλον καπούτ κρύο σκέτο, δεν ξέρω, το ίδιο μου ακούγεται...
Πίσω στο Λιτόχωρο βρήκα και έφαγα μετά από χρόνια τα πλακέ ροδάκινα και θυμήθηκα πόσο νόστιμα, ζουμερά και αρωματικά είναι.






Κάναμε και μια εξόρμηση στη Θεσσαλονίκη, όπου στην πρωινή βόλτα ήμουν μόνο με τη μεγάλη κόρη, η μικρή με τη μαμά της ήταν σε δουλειές. Άδραξα την ευκαιρία για εκπαίδευση του παιδικού ουρανίσκου στα καλά της Θεσσαλονίκης, όχι φυσικά σε ξενέρωτα και αδιάφορα εδέσματα. Επίσκεψη στο αγαπημένο μπακάλικο στην Κομνηνών, ντολμαδάκια (από τα καλύτερα έτοιμα που υπάρχουν), παστράμι, κουλούρι τραγανό από τον πάγκο στη γωνία και βουρ. Όμως ακόμα μια σειρήνα μας καλούσε, εξάλλου δεν μπορώ να φάω με άδειο στομάχι... Τα σουτζουκάκια του Αραμπατζή, λίγο πιο πάνω στην Κομνηνών. Μας κέρασε και ένα εξτρά όταν είδε τη μικρή, δεν πρόλαβα ούτε να βγάλω τη μηχανή από τη θήκη της, εξαφανίστηκαν αμέσως και με το έξτρα μπούκοβο ετοίμασαν το στομάχι μας για να... φάμε, όπου καθήσαμε στα πεζούλια στην Αριστοτέλους για το κυρίως πρωινό.






Μια φέτα παστράμι γύρω από το ντολμαδάκι, λίγο κουλούρι από δίπλα και κάπως έτσι δεν αλλάζω με τίποτα την Αριστοτέλους με τα νόστιμά της.






Σειρά είχε το πρωινό ρόφημα, εσπρεσάκι για μένα και κρύο τσάι για τη μικρή, και τα δύο εξαιρετικά από το blé στην Αγίας Σοφίας. 






Το μεσημέρι, με όλη την οικογένεια πλέον, καθήσαμε στο Pax Burger  στην Καλαποθάκη.






Πολύ καλό αν και λίγο πιο πολύ ψημένο το μπιφτέκι, μικρές αστοχίες που όμως δεν μείωσαν την απόλαυση.
Στο δρόμο πάλι και πρόσεξα ότι άνοιξε Marks & Spencer food που φυσικά το επισκεφτήκαμε, είχα ακούσει διάφορα για το αντίστοιχο της Αθήνας.






Τα πατατάκια ήταν απίθανα, αν και τα Tyrrel's παραμένουν τα αγαπημένα μου, το τσάι πολύ δροσιστικό και καθόλου γλυκό ενώ τα pretzels ποτέ δε τα συμπάθησα αλλά τα κορίτσια τα τσακίσανε.
Το βράδυ μας βρήκε στη Σαμαρίνα, στα ορεινά των Γρεβενών, προκειμένου να δούμε τον καινούριο ανηψιό και να βρούμε λίγη δροσιά. Εκεί δύο πράματα μου τράβηξαν την προσοχή. Πρώτο τα φραγκοστάφυλλα που φυτρώνουν στην αυλή.






Όλα τα μούρα και τα υποείδη τους μου αρέσουν πολύ αλλά ποτέ δεν τα αγοράζω, είναι πανάκριβα και εισαγώμενα. Και τώρα είχα διαθέσιμα ένα σωρό στην αυλή που έπινα τον πρωινό καφέ μου, παράδεισος...
Το άλλο είναι ένα βιβλίο που είδα σε ένα καφενείο στην πλατεία του χωριού, γνωστή και ως χάνι στους ντόπιους.






Δεν είχα ξαναδεί γραμμένο στα αγγλικά τους Βλάχους και μου φάνηκε πολύ ιδιαίτερο και το φωτογράφισα. Άβυσσος η ψυχή του φωτογράφου.... 
Και ενώ το καλοκαίρι δεν τελείωσε, πρέπει επιτέλους να μπει μια τελεία σ' αυτή την τόσο μακροσκελή ανάρτηση. Ελπίζω να επανέλθω με καλύτερα φωτογραφικά αποτελέσματα και να δείξω όλα τα ωραία που έχω κατά νου.

Υ.Γ.: Όλοι έχουμε δει παιδάκια που προσπαθούν να φάνε παγωτό και πασαλείβονται ολόκληρα. Αυτό που είδα όμως ήταν το κάτι άλλο. 'Οχι μόνο στα χείλια, στο πρόσωπο, σε ολόκληρο το κεφάλι, στα χέρια, στο σώμα αλλά και στα τριγύρω έπιπλα που δεν ήταν και σπίτι μας αλλά σε παραθαλάσσιο ουζερί στην Αγία Μαρίνα Στυλίδας.






Δεν το αφήσαμε έτσι, χαλάσαμε ένα πακέτο μωρομάντηλα για να επανέλθει ο χώρος σε σχετικά αποδεκτή κατάσταση. Χαλάλι όμως, άλλο να σε ταΐζουν καθαρά και περιποιημένα και άλλο να απολαμβάνεις μόνος σου, η απόλαυση είναι σαφώς μεγαλύτερη...